Film izle

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

POEMS

  • Το πληγωμένο αηδόνι

    Ένα πληγωμένο αηδόνι

    ήρθε κι έπεσε απόψε

    στον ανθισμένο σου κήπο.

    Έπειτα όλα ησύχασαν

    κι ήρθαν τα βήματά σου να συντροφέψουν

    την πληγωμένη Σιωπή.

    Τώρα κρατάς παγωμένο

    στην απαλαμη σου μέσα

    το νεκρό πόνο της Αγάπης.

    Κι είσαι έτοιμη κι εσύ να πετάξεις

    στα πεπρωμένα που βαστούν

    το θόλο τούτης της Νύχτας

    σ’ ένα θριαμβικό κι αμφίβολο κυμάτισμα

    και να μεθύσεις σα Σκέψη που τρυπιέται

    απ’ τον υστερνότατο πόνο

    κάποιου πληγωμένου αηδονιού !

     

  • 1939

    Ποιήματα μ’ επιλεγόμενα του Φ. Γενάρη

    ΝΤΙΝΟΣ  ΜΑΗΣ (*)

     

     

    Σ   Ι   Α   Ο

     

     

    ΠΟΙΗΜΑΤΑ

     

    Μ’ ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ  ΤΟΥ

     

    Φ.   Γ Ε Ν Α Ρ Η

     

     

     

     

    ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΠΕΝΤΑΔΑΣ”   ΑΡΙΘ.  1    ΤΙΜΗ  ΔΡΑΧ.  15

    ΤΡΙΠΟΛΗ

    1939

     

     

     

     

    ΑΦΙΕΡΩΣΗ

     

    ΣΟΣΑΣΤΗΘΗΧΤΥΠΙΟΥΝΤΑΙΑΠΤΗΝΕ

    ΑΝΙΚΗΚΑΡΔΙΑΤΗΝΚΑΡΔΙΑΤΩΝΕΝΘ

    ΟΥΣΙΑΣΜΩΝΚΑΙΤΩΝΟΝΕΙΡΩΝΤΗΝΚ

    ΑΡΔΙΑΠΟΥΖΗΤΑΚΑΙΠΟΥΤΟΛΜΑ

    ΣΟΣΕΣΚΑΡΔΙΕΣΣΚΕΠΑΖΟΝΤΑΠΟΣΤΗ

    ΘΗΝΕΑΝΙΚΑΣΤΗΘΗΓΕΜΑΤΑΠΝΟΗΠ

    ΟΥΠΑΛΛΟΝΤΑΙΜΠΡΟΣΤΑΣΤΗΝΟΜΟΡ

    ΦΙΑΚΑΙΠΟΥΔΙΨΟΥΝΚΙΝΤΥΝΟΥΣ.

    ΣΕΣΑΣΩΝΕΟΙΚΑΙΝΕΕΣΤΟΥΚΟΣΜΟΥ!

     

                                                 ΝΤ. ΜΑΗΣ

     

     

     

     

    ΣΤΟΝ  ΠΟΘΟ

     

    Πέρνα βαρειέ κι ασύντριφτε,

         γιγαντωμένε πόθε,

    και σύντριψε τις σάρκες μου.

         Μες στην καρδιά μου μπες,

    και γίνε μια ψυχή μ’ εμέ

         κι ας σμίξουμε ως σμίγουν

    μες στις ψυχές οι χαλασμοί

         οι αντάρες κι αστραπές

    κι ορθοφτερώνουν τις καρδιές

         π’ ακράτητες πια πάνε

    να συντριφτούν σαλεύοντας

         στα χείλη πάντα ωδές!

     

     

     

     

    ΣΤΟ  ΘΑΝΑΤΟ  ΜΟΥ

     

     

    Ποιος θάρθει να σε ράνει

         με μύρα όταν πεθάνεις;

     

    Θα σε κηδέψουνε δίχως πόνο

         και θα σε θάψουνε δίχως τραγούδι.

    Κι αν γίνεις άνθος και ξεφυτρώσεις

         στο μνήμα σου απάνω

          -- θα σε θερίσουν.

    Κι αν τραγουδάκι, ζητάς για στρώμα

         κάποια καρδούλα

    -- δε θα σ’ αφήσουν.

     

    Κι όταν πεθαίνεις;

    Κι όταν πεθαίνεις

    κανείς δε θάρθει να σε ποτίσει

    με μαύρα δάκρυα  να σε δροσίσει

    Κανείς δε θάρθει...

    Ούτ’ ένα χάδι   ούτε μια λέξη,

      [μια προσευχή...

    Θάσαι μονάχος. Και θάνε νύχτα.

         τ’ άστρα σβησμένα... Βουβή κι η γη.

     

    Και θα στενάζω και θα φωνάζω --

    και θα φωνάζω και θα ζητώ

    νάρθω σιμά σου να σε δροσίσω

    και να σε ράνω και να σε κλείσω

    μες στην καρδιά μου και να σε ζω!

     

    Μ’ αλίμονό μου...

    Βουβή η φωνή μου... Νεκρό παρακάλιο...

    Νεκρός κι εγώ!

     

     

     

     

     

    ΘΝΗΤΟΙ !   ΘΝΗΤΟΙ !

     

     

    Στην παναρμόνια φθινοπωρινή θέλω τη δύση

         σε μια φωτόχυτη στιγμήν ηδονική

    να γίνω ένα με Σένα, ω φύση!

         Ν’ απλώσω την περίφλεκτη ψυχή μου

    μες στο ροδάφρισμα του ουράνιου ωκεανού.

         Να ρουφηχτώ, να διαλυθώ

    στις αρμονίες μέσα των χρωμάτων,

         σαν όνειρον εφήβου ευγενικού...

    Να μαγευτώ και να μεθύσω,

         τις σιωπηλές ακούγοντας φωνές των ουρα-

    [νών!

    Να σπαραχτώ και να δακρύσω

         τις συντριμένες μελωδίες των ανθρωπίνων

            [σπαραγμών,

    λιβανωτά, ν’ ανέρχωνται  αγροικώντας, στα πό-

         [δια των Θεών!

    Και θα ρουφήξω

         κάθε θριαμβική κι αθώρητη

    στα μάτια των θνητών θωριά Σου, ω φύση!

    Θα κυλιστώ ηδονικά

         στη χλόη των αστεριών και των ηλίων!

    και θα λουστώ στα νάματα

         των πιον ανήκουστων θεϊκών ανασασμών!

     

    Και θα απορήσω!

         Και τίποτ’ από Σε πιο πάνω δε θα βρω!

    ω συντριμένη μελωδία των ανθρώπων,

         της καρδιάς τρέμισμα εσύ σπαραχτικό!

     

     

     

     

    ΜΗΝ  ΚΛΑΙΣ  ΠΙΑ

     

     

    Σώπα! Μην μιλάς. Μην κλαις πια!

         Διώξε τον πόνο σου απ’ την καρδιά σου,

    φέρ’ τον στα χείλη σου, κάν’ τον ψυχή!

    Κάν’ τον τραγούδισμα που να μεθάει

         που να δακρύζει και να θρηνεί

    πότε καλέσματα για την Αγάπη,

    πότε μηνύματα στη ντροπαλή

         παιδούλα ελπίδα...

     

    Σώπα!

     

         Ας μη θολώσουν πια τη ματιά σου

    των θρήνων οι θολοί λυγμοί...

    Κι άσ’ τη βροχή --κι άσ’ τη βροχή

         του πόνου ν’ αργοπέφτει,

    και να σπαράζει σαν προσευχή

         το μήνυμά της μες στην ψυχή σου...

    Είν’ η βροχή του πόνου

         τόσο απλή, τόσο μικρή

    που δεν αξίζει ούτ’ ένα δάκρυσμα

         στην άκρη του ματιού

    ούτ’ ένα θρήνο  κι ούτε καν

         έν’ αφανέρωτο στα χείλη ανασασμό

    για ένα “Γιατί” !

     

     

     

     

    ΤΟ  ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΜΑ  ΤΩΝ  ΙΚΑΡΩΝ

     

     

    Νοιώθω μέσα μου μια φλόγα

           να με λυώνει και να με σώνει!

      Νοιώθω μέσα μου ν’ ανοίγονται φτερά

         και να με υψώνουν

    πέρα σε χώρες μ’ ανήκουστη Αρμονία,

         και με μι’ αθώρητη Ομορφιά!

    Νοιώθω βαθειά μου έν’ αγιούπα

       να με τρώει και να με θεμελιώνει!

     

         Κι είμ’ έτοιμος να υψώσω το μέτωπό μου,

              και να σηκώσω τα στήθη μου

                   στα ύψη των Θεών!

         Κι είμ’ έτοιμος να πω:

     

    -- Θ ε ο ί !   Θ ε ο ί !

             Γ ε ν ν ή θ η κ ε   ο   Θ ε ό ς   σ α ς !

    Ν ο ι ώ θ ω   β α θ ε ι ά   μ ο υ    τ η ν   υ π έ ρ -

                                                       [ θ ε η   π ν ο ή

    π ο υ   θ α   σ α ς   υ π ο τ ά ξ ε ι !

     

    Τόπα και μούγκρισεν ο τόπος

         στην ιερήν ορμήν του λόγου.

    Κι απόρησαν τ’ ανήξερα πουλιά

         και σώπασαν την προσευχή...

    Τα χόρτα συντριμένα σαλευτήκαν,

         και τ’ άνθη μαραθήκαν...

    Κι ως κι ο λαμπρός ο Ηλιος

         οπούσμιγεν σ’ ερωτικά αγκαλιάσματα,

    πιο πίσω απ’ τα βουνά του κάμπου, με τη

                                                                [Γη,

         έτρεξε να κρυφτεί απορημένος...

      Κι ευθύς ήρθε και σκέπασε την Πλάση,

          Νύχτα άφεγγη βαθειά και σιωπηλή...

     

    Και τότε μέσ’ από τη Γη και μέσ’ απ’ τα ουράνια

    μέσ’ απ’ τα χόρτα και μέσ’ απ’ τ’ άνθη

          και μέσ’ από το κάθε τι

          άρχισε ν’ αναδεύει μια μουρμούρα...

     

    Ηταν σαν κύλισμα ξερόφυλλων

    στην παγωμένη γη ---

            χιλιόστηθος ανασμός ----

                                 ανατριχίλα...

     

     

     

    Και σε μι’ ανείπωτη  στιγή  (στιγμή ; )

    όλ’ η πελώρι’ αυτή θροή

       παίρνει ρυθμό και παίρνει νόημα

    κι ακούστηκαν μεσ’ στη βαθειά σιωπή

              τρεις λέξεις:

                             --- Δ ε ν   ε ί σ α ι   σ υ !

     

    ...........................................................................

     

         Ητανε μια κηδεία θλιβερή...

             Κανείς δεν ακολούθα...

         Στην ξύλινη την κάσα ένα παιδί...

            Κι είχε την όψη τόσο ευγενική, τόσο λεπτή.

                         Ενα παιδί...

     

     

     

     

     

     

    ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ        

    ** (Βλ. σημείωση στο τέλος του κειμένου)

     

     

    Δεν είναι συνήθεια, μα θα ‘πρεπε να γίνει, ύστερ’ από κάθε έργο κάτι να βρίσκεται που να βοηθάει τον αναγνώστη να μπει στα βάθη της ψυχής του δημιουργού για να ολοκληρωθεί έτσι η αποστολή του έργου. Τούτο το έργο που ζητάει νάναι ένα παιχνίδι στα χέρια όλων, απαιτεί την πλέρια γνώση. Ο,τι διαιστάνθηκ’ ο δημιουργός τ’ ολοκληρώνει ο αναγνώστης. Ο ερμηνευτής τραβάει λίγο και τους δυο για να “άρη” το κενό που πάντα υπήρχε ανάμεσά τους.

     

    Ενα ξέσπασμα νεανικής ψυχής πρέπει να διακρίνουμε σε τούτα τα ποιήματα, μια ψυχή που ‘νοιωσε το γύρω της κόσμο και τον εαυτό της και ξεχείλισε από πόθο, πόνο και θαυμασμό. Τα ‘νοιωσε να ‘ρχωνται για να φεύγουν και χάρηκε ή νοστάλγησε την ομορφιά τους. “έφερε στα χείλη της” τη νοσταλγία αυτή και τη χαρά και “τα ‘κανε τραγούδισμα”. Στο “μην κλαις πια” μας το λέει καθαρά. “Διώξε τον πόνο σου απ’ την καρδιά σου - φέρ’ τον στα χείλη σου κάν’τον ψυχή -κάν’τον τραγούδισμα που να μεθάει -που να δακρύζει και να θρηνεί -πότε καλέσματα για την αγάπη -πότε μηνύματα στην ντροπαλή -παιδούλα ελπίδα...”. Η συλλογή αρχίζει με την επίκληση “Στον πόθο”. Μια καθαρή Διονυσιακή μέθη, του πρόσταξε αυτό το δωδεκάστιχο. Η Διονυσιακή μέθη, η αγνή, η καθάρια, η αιώνια, φανερώνεται ολόκληρη στον “Πόθο”. “Πέρνα βαρειέ κι ασύντριφτε, γιγαντωμένε πόθε, -και σύντριψε τις σάρκες μου...”. Το σύντριμα της σάρκας είναι η εξίσωσή του με τη φύση. Το βγάλσιμο απ’ τα στενά όρια που τον ζώνουν. Ετσι φαντάζει στο “Θνητοί! Θνητοί!...” όπου θέλει “Στην παναρμόνια φθινοπωρινή τη δύση -να γίνει ένα με τη φύση!”. Με μια τέτοια ταύτιση ενώνεται και με τον πόθο. Ο πόθος για τον ποιητή είναι κάτι το εξωτερικώτερο και η είσοδό του στην καρδιά έχει σκοπό να μεταμορφωθεί μαζί της σε μια ψυχή. Τώρα νοιώθουμε καλά τον ποιητικό αυτό πόθο, που στέκει πιο ψηλά απ’ ό,τι κοινά λέμε “Πόθο!”. Είν’ ο πόθος που θ’ ανοίξει έναν ολόκληρο αγώνα μαζί του, όμοιον μ’ αυτούς τους ψυχικούς αγώνες “π’ ορθοφτερώνουν τις καρδιές -και τις πάνε ακράτητες να συντριφτούν -σαλεύοντας στα χείλη πάντα ωδές!...”  (1)  Ενα σύντριμα -μας προλέει- θα ‘ναι το τέλος αυτής της ένωσης. Το ποίημα κρύβει νόημα τραγικό, που δείχνει πως ο ποιητής κάτι γνώρισε από τραγικότητα ζωής. Αυτό μας το φανερώνει το ακόλουθο ποίημα “Στο θάνατό μου!”. Στο ποιητικό σύντριμα που ‘δαμε πιο πάνω μοιάζει σα συμπλήρωμα το ποίημ’ αυτό. Σ’ έναν τέτοιο θάνατο δεν πρέπει να καρτερεί κανείς ανθρώπινη συμπόνια γιατί “αν γίνεις άνθος και ξεφυτρώσεις στο μνήμα σου απάνω -θα σε θερίσουν...”. Οχι μόνο οι άνθρωποι μα και τα στοιχεία εγκαταλείπουν τον τέτοιο μελλοθάνατο. “Θάσαι μονάχος και θάναι νύχτα. Τ’ άστρα σβησμένα... βουβή κι η γη!” Και μόνο η ποιητική ψυχή του το “σπαραχτικό τρέμισμα της καρδιάς” όπως λέει στ’ άλλο ποίημα, θα θέλει να δώσει μια παρηγοριά μα θάναι χωρίς πόθο, θάναι κι αυτή νεκρή!...

     

    Στο ποίημα “Θνητοί! Θνητοί!...” στην ταύτισή του με τη φύση αξιοποιεί όλη τη φύση που θα του προσφέρει την πιο τρανή χαρά, όμως μόνο “στη συντριμένη μελωδία των ανθρώπων” βρίσκει “της καρδιάς το τρέμισμα το σπαραχτικό!”. Ενας ποιητικός ανθρωπισμός αναδεύει δω μέσα και μοιάζει να μας οικτίρει γιατί δεν εκτιμήσαμε “της καρδιάς το τρέμισμα...”.

     

    (1) Είν’ ένα είδος elan, μια πίστη, που στιγμές-στιγμές κινάει την ψυχή για τις μεγάλες κατακτήσεις.

     

    Υστερ’ απ’ την έξαρση του σπαραγμού της καρδιάς, θα καρτερούσαμε να μας παινέσει τον πόνο που το προκαλεί. Φαίνετ’ όμως πως δεν είναι ολομόναχο αίτιο ο πόνος και γι’ αυτό κάτι άλλο προτρέπει. Να μην τον προσέχουμε γιατ’ είναι τιποτένιος. “Είν’ η βροχή του πόνου -τόσο απλή, τόσο μικρή -που δεν αξίζει ούτ’ ένα δάκρυσμα -στην άκρη του ματιού... -ούτ’ ένα θρήνο. Κι ούτε καν έν’ αφανέρωτο στα χείλη ανασασμό -για ένα “Γιατί” --”

     

    Στο τελευταίο ποίημα “Το τραγούδισμα των Ικάρων” ένας Νιτσεϊκός άνθρωπος ξεπετιέται, που νοιώθει μέσα του βαθειά μια υπέρθεη πνοή. Είν’ ο άνθρωπος που τον γιγάντωσ’ ο πόθος και τον ενεθάρρυνε το τρέμισμα της ανθρώπινης καρδιάς, ο άνθρωπος π’ αψήφησε τον πόνο κι όμως δείλιασε σαν άκουσε τρεις λέξεις: “Δεν είσαι Συ!”. Ο εξωτερικός πόθος σαν ένοιωσε τον εξωτερικό εχθρό πέθανε κι ο ποιητής είδε “Μια θλιβερή κηδεία, που κανείς δεν ακολούθα” κι ο νεκρός “ήταν ένα παιδί”. Οταν σταμάτησε ο ενθουσιασμός και κόπηκ’ η ορμή ακλούθησ’ η κηδεία. Το ποίημα είναι καθαρό ξεπέταγμα της λεπτής νεανικής ψυχής που γεμάτη ορμή και θάρρος σκοπεύει να γκρεμίσει τα παλιά για να χτίσει νέα. Ο ποιητής με τα λιγοστά του τούτα τραγούδια μας ζωγράφισε ζωηρά την ανήσυχη κι αγνή νεανική ψυχή. Την ψυχή π’ όλα τ’ αψηφά, κι όλα νοιώθει πως είναι γι’ αυτή κι όμως της τ’ αρνούνται. Χωρίς να υποστηρίζω πως θέλησε να μας κάνει Ηθική, βλέπω όμως πως μας έδειξε ότι σαν κάποιος “Πόθος” μας γιγαντώσει την καρδιά, κι υψώσουμε τ’ ανάστημά μας, συναντάμε τη μουρμούρα και την ανατριχίλα των σερπετών και τ’ αχούγιασμα όλων που μας φωνάζουν “Δεν είστε σεις” ή πιο καλά “Δεν αξίζετε” κι έτσι ακολουθάμε τη θλιβερή κηδεία μας.

     

    Θάπρεπε τάχα να συνεχίσει το κακό;

     

    Τίποτ’ άλλο αν δεν είναι τούτ’ η Συλλογή είναι όμως καθώς κρύβει το νεανικό παράπονο, έν’ ανύψωμα του νεανικού αναστήματος ενάντια στη ζωή. --Κι ας ακούσει απ’ όλα τα σερπετά:

     

    “Δεν είσαι Συ!”

    ΦΟΙΒΟΣ  ΓΕΝΑΡΗΣ

      

     

     

     

    * Ποιητικό ψευδώνυμο του Μίκη Θεοδωράκη με το οποίο δημοσίευσε την πρώτη του αυτή ποιητική συλλογή.

    ** Το κείμενο αυτό το έγραψε ο συμμαθητής και φίλος του Μίκη Θεοδωράκη Γρηγόρης Κωνσταντινόπουλος με το ψευδώνυμο Φοίβος Γενάρης. Υπήρχε στο βιβλιαράκι που εκδόθηκε τότε με τίτλο ΣΙΑΟ ως επίλογος. 

  • 1940

    Μες στην καρδιά μου κλείνω την Ελλάδα

    Για μια τιμή και για μια δόξα πέφτω
    για την Ελλάδα τώρα πολεμώ
    καινούριους με το αίμα κόσμους τρέφω
    τον ήλιο σπέρνω απ’ όπου κι αν περνώ.

    Μες στην καρδιά μου κλείνω την Ελλάδα
    και λεύτερη κει μέσα την φρουρώ
    πεθαίνω, μα όπου θάνατος και νίκη
    με πόνο αδέλφια τη χαρά κερνώ.

  • 1941

    Ιούδας

    Ναζωραίε! Ναζωραίε!

    Όλων των ανθρώπων των αληθινών

    ο δρόμος τους απ' το σταυρό περνά.

    Κέρδισες την αιώνια ευτυχία

    και μ' άφησες τον αβασίλευτο καημό

    με κείνο το φιλί που με τόση αγάπη

    το βράδυ αυτό (το αιώνιο βράδυ 

    που δε φεύγει απ' το πλευρό μας)

    απόθεσα σπαραχτικά σαν προσευχή

    στον άσπρο λαιμό σου.

    Ω να με δεις εκείνη την απέραντη στιγμή που σε φιλούσα.

     

  • 1941

    Δε θα σου πω το παραμύθι εκείνο που 'κείνος και 'κείνη...

    Δε θα σου πω το παραμύθι εκείνο
    που 'κείνος και 'κείνη...
    Δε θα ξαναπλάσουμε όνειρα
    Δε θα ξαναπούμε τραγούδια
    Μόνο -θα 'ναι δείλι σαν θα 'ρθω-
    στη μελαγχολική την ησυχία
    θ' ακουστεί η φωνή μου θλιμμένη
    και κρύα ως πεθαμένου ανάσα
    - "Αγαπημένη μου αντίο..."
    Και θα χαθώ από μπρος σου
    ως χάνεται μακραίνοντας το φως
    στο σκοτάδι της νύχτας
    και θα σβήσει
    ως σβήνουν οι γλυκές μορφές των ονείρων
    με το φως της ημέρας.
    Και θα χάσει ο ένας τον άλλον
    και θα χαθούμε
    και θα μας σκεπάσει
    της νύχτας το σκότος.


     4.1.41

  • 1941

    Και θα χαθούμε ο ένας για τον άλλον

    Και θα χαθούμε ο ένας για τον άλλον

    για πάντα 

    λες και μας ρούφηξε η νύχτα

    σα σκύλα και μ' άφαντα στόματα.

     

    Ας χωριστούμε αγαπημένη

    τώρα που στέκεσαι μεγάλη μπρος μου

    κι εγώ μπροστά σου

    ας χωριστούμε αγαπημένη

    τώρα που τρώμε αντάμα ακόμα

    απ' της νιότης το κόκκινο ρόδο

    και την καρδιά μας δε μάρανε

    των χρόνων το βάρος.

     

    Γι' αυτό κι εγώ σαν θα 'ρθω

    και πάλι σιμά σου

    δε θα σου πω "σ' αγαπώ"

    Δε θα σε πάρω απ' το χέρι

    να σε φιλήσω όπως πάντα

    ούτε θα σε πάρω απ' το χέρι

    να σ' οδηγήσω στο πράσινο δάσος

    και κει σαν κάθε φορά να σε φιλήσω

    και να σου πω το παραμύθι εκείνο

    που κείνη και κείνος

    ενώνονται υμνώντας τη χαρά.

     

    Μόνο -θα 'ναι δείλι σαν θα ΄ρθω

    στη μελαγχολική την ησυχία

    θ' ακουστεί η φωνή μου θλιμμένη

    τρεμουλιαστή σαν πεθαμένου ανάσα

    και θα πει

    "αγαπημένη αντίο"

     

    Και θα χαθώ από μπρος σου

    ως χάνεται μακραίνοντας το φως

    μες στο σκοτάδι της νύχτας

    και θα σβήσεις από μπρος μου

    ως σβηούνται οι μορφές

    που μας αγκαλιάζουν στις χώρες

    των ονείρων μας με το φως

    της ημέρας

     

    Και τώρα ας χωριστούμε

    γλυκειά μου αγαπημένη

    τώρα που 'σαι για με μεγάλη

    κι εγώ μεγάλος για σένα.

    Τώρα που 'μαστε αντικρύ

    σα δυο φωτιές που καίνε

    κι εξαγνίζουν κάθε σκέψη

    μαυροφόρα κι ανάγκη.

     

    Ας χωριστούμε, αγαπημένη

    τώρα που δαγκώνουμε αντάμα

    της νιότης το κόκκινο ρόδο

    ως το αίμα μας κτυπά δυνατά μες στις φλέβες

    και την καρδιά μας δεν μάρανε

    ακόμα των χρόνων το βάρος.

     

    Γι' αυτό κι εγώ σαν θα 'ρθω

    και πάλι σιμά σου

    δε θα σου πω "σ' αγαπώ"

    Το όνειρό μου η ζωή μου

    θα πετάξει και θα 'ρθει 

    η νυχτιά της ημέρας

    και κοιτώντας τ' αστέρια

    μ' ενωμένα τα χέρια

    θε να πούμε βουβοί

    της ζωής και της νύχτας

    την ωδή με τον ίδιο

    τον πρώτο σκοπό:

     

    "Η Δυάδα η Τριάδα

    Εκείνος κι εκείνη!

    Γελάτε αστέρια

    Χαρείτε ουρανοί!

    Εγώ 'μαι ο κόσμος

    η αρχή και το τέλος!

    Φιλιά στα φιλιά

    κι όρκοι στους όρκους....

    Ζωή μου πού είσαι;

    Τ' όνειρό μου η ζωή μου

    επέταξε κι ήρθε η νύχτα

    της ημέρας.

     

    Σαν έρθει το βράδυ 

    και διώξει τη μέρα

    θε να 'ρθω κοντά σου

    με τ' όνειρό μου.

    Με σκυμμένο το βλέμμα

    θα σου πάρω το χέρι

    με κλεισμένο το στόμα

    θα σου πω "σ' αγαπώ".

     

     

    Τρίπολη,  1941

     

  • 1942

    Γέμισ' η καρδιά μου από λαχτάρα

    Γέμισ' η καρδιά μου από λαχτάρα

    έλα πριχού βασιλέψει τ' άστρο κι έρθ' η Νύχτα.

    Θέλω να ρουφήξω απ' τα μάτια σου την ψυχή σου,

    θέλω να ρουφήξω απ' τα χείλια σου τα σωθικά σου!

    Θα σε τυλίξω και θα σε πνίξω!

    Είμαι του Έρωτα ο εκλεκτός!

     

    Τάχα δεν είμαστε πιο πάνω απ' όλα χώμα και λάσπη;

    Στη Σάρκα πάνω δε θα πατήσεις να δεις τον Ουρανό;

    Σ' αγκαλιάζω κι αδράχνω την ίδια τη Θεότη!

    Στο ηδονικό σου το κορμί διαβάζω την αιτία και το Σκοπό!

     

    Τα σωθικά μου αφρίζουν για ηδονή και για μανία.

    Νοιώθω ν' ανάβουν μέσα μου φωτιά. Αντάρες

    και μανίες ραπίζουν την ψυχή μου. Σίφουνας

    με πλημμυράει του Δημιουργού σπασμού η τρικυμία...

     

    Έλα πριχού βασιλέψει τ' άστρο κι έρθει η Νύχτα.

    Θέλω να ρουφήξω απ' τα μάτια σου την ψυχή σου,

    θέλω να ρουφήξω απ' τα χείλια σου τα σωθικά σου!

    Θα σε τυλίξω και θα σε πνίξω!

    Είμαι του Έρωτα ο εκλεκτός!

     

    Τρίπολη,  1942

     

  • 1943

    Προσφορά

    Στην Ελλη Π.

     

     

    Το μίλημά σου

    κελάϊδισμα πουλιών μέσα στο Μάη!

    Το γέλιο σου, το γέλιο της Αυγής!

    Της Νύχτας τ’ άστρα λάμπουν στη ματιά σου!

    Σωριάζει η ζωή τα κάλη της μπροστά σου

    και μένω σκλάβος σου εγώ και υμνητής!

     

    Κι όνειρο αγάπης μοιάζει η καρδιά σου

    που τρεμολάμπει μπρος μου εκεί στητή...

    Και μοιάζεις τόσο αιθέρια, κι η θωριά σου

    έχει μια χάρη τόσο εξωτική

    που τρέμω αν είσαι μια γλυκειά οπτασία

    κι απλώνοντας το χέρι μου σβηστεί!..

     

    30.Ι.43

     

  • 1943

    Μη θρηνήσεις

    Μη θρηνήσεις τους θανάτους που διαβαίνουν

    με το γέλιο του Απριλιού στ’ αχνά τα χείλη...

    - Είν’ η σκέψη που ξανοίγει ευτυχισμένη

    σαν πουλί του λυτρωμού της τα φτερά.

    Μη θρηνήσεις τους θανάτους που διαβαίνουν

    με την όψη πονεμένη... ωχρό δείλι...

    - Η καρδιά μοιάζει μ’ αυτούς η ραγισμένη

    που απ’ τον πόνο της στυλώνει τη χαρά !

     

    Μονάχα κλάψε εμάς, φτωχέ μας φίλε,

    που θρηνούμε κάποια ανύπαρχτη χαρά,

    που η καρδιά μας τώρα πλάθει μεθυσμένη

    Που θρηνούμε κάποια ανύπαρχτη χαρά

    που θα θάψει πάλι η σκέψη π’ απομένει.

                                                     (πονεμένη...)

     

     28.1.43

  • 1943

    Προσφορά

    Στην Ελλη Π.

     

     

    Δεν θα ‘φταναν τα λούλουδα της γης

                κι οι μεγαλόπρεποι της Νύχτας θόλοι

    Δε θα ‘φταναν κι οι κόσμοι όλοι

                να σταφανώσουν την απέραντη ομορφιά σου!

    Ω! συ! που σκύβουν μπρος σου τα κάλη της Αυγής!

                Είν’ άσκημα τα ωραία της γης μπροστά σου!

    Και μπρος στη λάμψη που σκορπάς, ω συ Γλυκειά μου

    τα φώτα, να, του κόσμου είναι σκιές

     

  • 1943

    Οδυσσέας

    Γυρίζω! Γυρίζω! Γυρίζω!

    Οι πόροι μου ανοίξανε στο πέρασμα της θάλασσας

    που 'ρθε και στήθηκε μες στην καρδιά μου.

    Κι η καρδιά μου διάβηκε το κορμί μου

    κι απλώθηκε σκορπίζοντας μες στην καρδιά του ωκεανού

    τη γλυκειά μελωδία του γυρισμού.

    Γυρίζω! Γυρίζω! Γυρίζω!

    Πίσω από κάθε λουλούδι , κάθε νησί

    και κάθε ομορφιά

    προβάλλει εμπρός μου όραμα θείο

    η μια κι αταίριαστη και πάντα όμοια Ιθάκη

    Λες κι όλη η φύση δεν έγινε παρά για να κρύβει

    την ομορφιά της σαν τα αδύνατα σύννεφα

    την ώρα της δύσης που σκεπάζουν τον ήλιο

    για να υψώσουν πιο ψηλά την ομορφιά του.

    Γύρω μου, μέσα μου, παντού θάλασσα.

    Γελαστή κι αγαπημένη

    Καθρεφτίζει τον ήλιο, τ' άστρα και τους περαστικούς γλάρους.

    Κάθε κύμα που περνά

    με φέρνει σιμώτερά σου.

    Όλα όλα είναι γλυκά (πόσο γλυκά!)

    ακόμα κι ο πιο αβάσταχτος ο πόνος

    όταν με φέρνουν πιο σιμά σου ω Πατρίδα.

     

    Αθήνα,  1943

     

     

     

     

     

     

     

     

  • 1943

    Η Άνοιξη

    Χλοϊζει καινούρια ελπίδα η λαγκαδιά

    Κάποιο γλυκοκελάϊδισμα σκορπά στη φύση

    η νιόχτιστη χελιδονοφωλιά.

    Τρέμει η φωνή στα χείλη τα δειλά, που θα σκορπίσει

    στη Φύση ό,τι φτερώνει την καρδιά.

     

    Τώρα το κύμα το κινά μια νέα πνοή

    κι ήμερα πια στην αμμουδιά το σέρνει

    στην αγκαλιά τη μυστικιά του πέλαου αρμονία φέρνει

    και στ' ακρογιάλι τη σκορπά μ' ένα φιλί.

     

    Μέσα στ' απίστευτο όνειρο μεθά η δειλή ψυχή

    μεθά κι η ελπίδα από το θάμα μαγεμένη

    Νέες χαρές χαμογελούν μες απ' τη νέα ζωή.

    Η Άνοιξη είμαι 'γώ η λατρεμένη.

     

     

    30.8.43

     

     

     

     

     

     

     

     

  • 1943

    Στίχοι από δω κι από κει

     

    Ι

    Λιώσαμε τις καρδιές μας μες στα δάκρυα

    και γονατίσαμε σα σε θεό μπροστά στη θλίψη.

    Κι όταν αγαπήσαμε κι όταν μισήσαμε

    βρήκαμε πως το μίσος κι η αγάπη μας

    δεν μπόρεσε να πάει αλλού έξω από μας

    και βάλαμε σε κάποιον άλλο την καρδιά μας

    να τη μισήσουμε, να τη λατρέψουμε.

        *

    ΙΙ

    Μας βαραίνει η αμαρτία της αγάπης και της ζωής.

        *

    Οι καρδούλες που πλανιώνται μεθυσμένες

    τρελλές ανάμεσα στις ευτυχίες φτάνει

    μόνο έν' ανάσαμα να τις ραγίσει, πικραμένο.

    Η μεγάλη Ψυχή δεν απορεί:

    Γνωρίζει και περιμένει.

        *

    Τώρα το κύμα το κινά μια νέα πνοή

    κι ήμερα πια στην αμμουδιά το σέρνει

    στην αγκαλιά τη μυστική του πέλαου

    αρμονία φέρνει

    και στ' ακρογιάλι τη σκορπά μ' ένα φιλί.

     

     

    Αθήνα,  1943

     

  • 1943

    Πώς να στο γράψω πως σ' αγαπώ;

    Η χαρά, η μεγάλη χαρά που δημιουργεί

    τους κόσμους μαζεύοντας στοργικά κάθε

    συντρίμι γεννημένο απ' τα σπλάχνα σου

    ω Νύχτα, ήρθε κι έδιωξε κάθε τι

    Καλό ή Κακό απ' την καρδιά μου και

    με πλημμύρισε με τον ωκεανό κάθε ομορφιάς

     

    Τη Χαρά τη μεγάλη τη δημιουργική εσύ

    Αγαπημένη μου Ψυχή μου την εφτέρωσες

    και μου την έστειλες χθες το πρωί

    με το ουράνιό σου το γράμμα:

    Διάβασα εκεί μέσα να μου λες πως μ' αγαπάς.

    Είμαι τρελλός!

    Πετώ και δεν πιστεύω την

    απίστευτη ευτυχία.

     

     

    18.8.43

     

  • 1943

    Μικρή φαντασία

    Ήρθες σαν αύρα κι απόθεσες τους Παράδεισους
    στα χείλη μας μ' ένα φιλί. Και μας προσπέρασες.
    Και σ' ειδαμε, εκστατικοί να λιώνεις
    μέσα στο Άπειρο Φως !
    Τώρα πια τίποτα δε μένει που να θυμίζει το πέρασμά σου.
    Μόνο τα φιλημένα χείλη μας
    γίνηκαν αηδόνια που στενάζοντας πετούν προς κάθε λάμψη
    τάχα μην είσαι συ και το φιλί σου.

    24.Χ.43

  • 1943

    Το παν θα τελειώσει

    Θα ‘ρθει μια μέρα και ο ήλιος δε θα βασιλέψει
    οι σκιές θα γίνουν φως
    και στα φύλλα του δέντρου θα σταλάζει
    το αίμα φλογισμένο σα δάκρυ
    Το παν θα τελειώσει.

    Ο θεός θα φανεί σκεπασμένος με κρίνα και ρόδα
    με λάσπη και δάκρυα
    Γύρω του αγγέλοι θ’ αλαλάζουν ωσανά
    και τα σκουλήκια θα υψώνουν στο φως το κεφάλι
    Το παν θα τελειώσει.

    Ανθρώποι και ζώα θα σπαράζουν μες στην ευτυχία
    ο ένας δε θα βλέπει τον άλλον
    τα χέρια θα ξεχάσουν την αφή
    κι η ψυχή τη σάρκα
    Και θα γίνει μια λάμψη μεγάλη
    και το Σύμπαν θα πυρποληθεί σα ξερόχορτο.

    ‘Ηλιοι και φώτα, σκέψεις και πόθοι
    φωνές και σιωπή, πλάσμα και πλάστης
    Το παν θα τελειώσει.


  • 1943

    Δε θα μπορέσω ποτέ μου να εννοήσω τη σοφία

    Δε θα μπορέσω ποτέ μου να εννοήσω

    τη σοφία εκείνη που χαρίζει το γέλιο 

    και την αυταπάτη στους ανθρώπους.

     

    Μαντεύω πως θα χρειασθεί μεγάλη προσπάθεια

    να κτίσεις μες στην ψυχή σου ένα ψέμα

    τόσο μέγα που σίγουρα να μπορέσεις

    να πιαστείς απ' αυτό και να μην πνιγείς.

     

  • 1943

    Η ψυχή μου πεταλουδίζει στον ανθισμένο ουρανό

    Η ψυχή μου πεταλουδίζει στον ανθισμένο ουρανό

    Κι εγώ ήμουν δεμένος μέσα στο Άπειρο Φως!

    Τότε πόνεσα τη θλίψη της Μοναξιάς

    Κι ό,τι μου απόμεινε, το Ιδανικό

    πετούσε κι αυτό προς κάποιο αστέρι.

     

    Κάθομαι τώρα συντριμμένος και θρηνώ τ' όνειρό μου

    Και ζηλεύω το ζηλευτό σκουλήκι εκείνο

    που μες στη λάσπη πλάθει κι ελπίζει

    μα που ποτέ δε θ' αξιωθεί τον ουρανό.

     

     

    5.Χ.43

    Μίκης Θεοδωράκης

     

  • 1943

    Ζήτησα μήπως ουράνια δώρα;

    Ζήτησα μήπως ουράνια δώρα;

    Μήπως ικέτεψα τη νύχτα ανάμεσα στ' άστρα

    το λεπτό ίχνος της ευωδίας κάποιου θεού;

     

    ΛΥΚΟΙ

     

    Στη ράχη μου σέρνω την αιώνια κατάρα

    στον ίσκιο μου μέσα ζει

    το μίσος των ψυχών και των πραγμάτων

    και μ' άφησε μια θεία βουλή

    να ζω κι εγώ στο μίσος

    οι σκιές μέσα των ψυχών και των πραγμάτων

     

    Της πατρίδας μου τα όνειρα τριγυρίζουν την καρδιά του θανάτου

    Η ανατολή κι αν έρθει δεν φέρνει το φως

    άναρχη κι ατελεύτητη ανατριχίλα

    στενάζει τον βαθύ μας τον πόνο

    μην πετάξει προς τα ρόδα

    των πλασμάτων των μακαριστών

    και σπείρει κι εκεί το αίμα που πνίγει...

     

    Είναι η ώρα που το σκούσμα του λύκου

    θα ξυπνήσει στα σπλάχνα μας την κοιμισμένη λαχτάρα

    του φωτός

    το τέλος της μέρας

    κι η ανάσταση του πρώτου αδερφικού χεριού που σκοτώνει

    ηχεί τώρα στ' αυτιά μας σαν βρυκολακιασμένη κραυγή

    διψασμένου θανάτου.

     

    Πρέπει να χώσω το ρύγχος μου  

    στα καυτά σπλάχνα των αθώων

    Καταραμένη εσύ θεία βουλή

    που με χωρίζεις απ' τον εαυτό μου.

     

  • 1943

    Θα με στεφανώσει πάλι ματωμένον η ροδοστάλαχτη αυγή

    Θα με στεφανώσει πάλι ματωμένον

    η ροδοστάλαχτη αυγή

    Κι η ίδια η παντοτινή φωνή θα με παρηγορήσει:

    - Είσαι το πλάσμα το ξεχωριστό!

    ο εκλεκτός των σεβάσμιων ουρανών!

    Στη δοκιμασία τη φριχτή μέσα πάντα ζεις

    Ενάντια στην αλήθεια της ζωής μόνος παλεύεις

    κι ενάντια στο νόμο της πούν' η αγάπη.

     

    31.Χ.43

     

  • 1943

    Αγάπες πια στα στήθη μου δεν κατοικούνε

    Αγάπες πια στα στήθη μου δεν κατοικούνε

    τις έζησα, τις ρούφηξα και κείτονται νεκρές...

    Τη νύχτα πια δεν έρχονται σαν τότε να με βρούνε

    του ονείρου οι πολυδάκρυτες Αυγές...

     

    Και τίποτ’ άλλο από ‘να Τίποτα

    μες στην καρδιά μου δε βασιλεύει

    κι αργοσαλεύει...

    Και μου θολώνει τη ματιά και δε μπορώ να δω

    την ομορφάδα των ματιών

    που ερωτικά δακρύζουν

    μπροστά στις θείες πυρκαγιές

    των ουρανών και των καρδιών!

    Και μου μαραίνει την καρδιά και δε μπορώ να νοιώσω

    τα ερωτικά τρεμίσματα της αυγινής δροσιάς

    μες στην καρδιά τ’ ανθού

    το πάθος της φωνής μες στην βραδιά

    και τα λυγίσματα της φλογερής καρδιάς οπ’ αγαπάει

    με την αγάπη των πουλιών και τ’ ουρανού...

     

    Αγάπες πια στα στήθη μου δεν κατοικουνε

    βαθειά μου νοιάθω δύναμη - ωκεανό.

    Φωνές αδύνατες στ’ αυτιά μου δεν ηχούνε

    κι αληθινός μοιάζω Θεός στον ουρανό.

    Με Χερουβείμ τριγύρω και με “Αινείτε”.

     

    Κι όμως και δύναμες χαρίζω κι ουρανούς.

     

    Ερχεστε, ω πόνοι, πάλι να με βρήτε;

    Ξαναθρηνείς καρδιά μου σαν κείνους τους καιρούς;

     

    12.1.43

  • 1943

    Ακόμη τώρα

    Ακόμη τώρα

    όταν θυμούμαι τη λεμονόστηθη μικρούλα

    το χρυσαφένιο προσωπάκι που ακόμη λάμπει

    ολόϊδια αστέρι, το φλογισμένο της κορμί

    το πληγωμένο από την καφτερή του έρωτα σαϊτα

    πρώτη απ’ όλες σε νιάτα και ομορφιά

    θάβεται η καρδιά μου ζωντανή στα χιόνια.

     

    Ακόμη τώρα

    αχ η παιδούλα με τα μάτια του λωτού

    ερχότανε, βαριά με πόθο ερωτικό της νιότης

    θα την αδράξουνε τα δυο μου πεινασμένα χέρια

    κι από το στόμα της θα πιω το δυνατό κρασί

    όπως η κλέφτρα μέλισσα ρουφάει

    το μέλι από το νούφαρο.

     

    Ακόμη τώρα

    να την έβλεπα να κείτεται

    με μάτια ορθάνοιχτα, γαλαζωμέν’ από ξαγρύπνι

    με μάγουλα να καίνε ως το χλωμό αυτάκι της

    απ’ τον πυρετό του χωρισμού μας

    ο έρωτάς μου θα την τύλιγε με λουλουδένια δάση

    κι η νύχτα θα γινότανε ο μαυρομάλης εραστής

    απάνω στο κορμί της μέρας.

     

  • 1943

    Όταν το φως που καίει ανάμεσά μας δύσει

    Όταν το φως που καίει ανάμεσά μας δύσει

    τότε η μεγάλη θα σαλπίσει ψυχή των Ανέμων

    κι ο συντριμένος θρήνος των δειλών μας ελπίδων

    θα δέεται στους ουρανούς που θάχουν σβήσει

    θα προσκυνά τους ήλιους που πια δε θ’ανατείλουν.

    [ και θα καλεί τους ήλιους που πια δε θ’ανατείλουν.]

     

    Μάθε να λατρεύεις στο Φως τη χαρά!

    Μη τη ζητάς πέρ’απ’τον κύκλο της καρδιάς σου.

    Ας δύσει πια στους ουρανούς για ν’ανατείλει

    ανάμεσά μας ντυμένη τη γήινη πορφύρα.

    [Τίναξε απ’τα στήθη σου των υπερκόσμιων Παράδεισων

    την πλημμύρα.

     

    Τα ωραία και τα ευτυχισμένα να δέσουν πια

    στους ουρανούς

     

    Και ν’ ανατείλουν στο πλευρό σου

    ντυμένα τη γήινη πορφύρα.

     

    30.Χ.43

  • 1944

    Χριστούγεννα

     

    ΙΙΙ.

    Τσακισμένοι

    Βολευτήκαμε ο ένας πλάι στον άλλο

    πλάι στο σάπιο σανίδι

    που ‘χε μπροστά καθένας.

     

    [ Θα έπρεπε τώρα απ’ τη μεριά του ήλιου

    να ‘ρχονται οι τρεις Μάγοι

    στα ζαρωμένα μέσα χέρια της γιαγιάς μου.

    Κι από πίσω αγκαλιασμένοι

    οι ήχοι της καμπάνας τα καθαρά ρούχα

    του σπιτιού η ζεστασιά.]

    Από πάνω μας τ’ αεροπλάνα της RAF 

    φυτεύουν στο σκοτάδι πύρινες μαργαρίτες

    [έτοιμα να πολυβολήσουν την πομπή των παιδικών μας ονείρων...]

     

    VI

    Χαϊδεύω με το γυμνό δάχτυλο τη σκανδάλη του όπλου

    καθώς περιπολώ στην ψηλή ταράτσα..

    Ο άνεμος κι η βροχή

    χαστουκίζουν στο πρόσωπό μου

    τα περβόλια με τα όνειρα 

    την αίθρια τόλμη της γενιάς μου.

     

    [Δεν είμαι μόνος εδώ ψηλά

    ο Κώστας που σκοτώθηκε χτες πρωί

    με κεντημένους στο στήθος μικρούς κόκκινους πανσέδες

    κάθεται πλάϊ και μου ζεσταίνει 

    με τα χνώτα του τα χέρια].

     

    Ξαφνικά καθώς βαδίζω

    απ’ την μιαν άκρη της ταράτσας στην άλλη

    βλέπω να ‘ρχονται τυλιγμένοι στο σκοτάδι

    και να με χαιρετούνε ανεμίζοντας κόκκινες σημαίες

    άνθρωποι του Γενάδ, του Σίντεϊ και του Πλύμουθ.

    Η καρδιά μου φωτίστηκε τότες με μια ρόδινη ανταύγεια

    λες και μ’ είχε φιλήσει στο στόμα

    ο ξανθός ήλιος του Απρίλη.

     

    Τα μάτια μου σπίθισαν τόσο πολύ

    που αναγκάστηκα να τα σκεπάσω

    μήπως τα διακρίνουν απ’ την απέναντι σκοπιά

    οι Εγγλέζοι φρουροί.

    Ήξερα τώρα πως τα βήματά μου

    πάνω στην παγωμένη πλάκα της ταράτσας

    μετρούσαν τους παλμούς του κόσμου.                                           19.ΙΙΙ. 46

     

     

    V

    Ο Μαργαρίτης πήγαινε μπροστά

    στη γυριστή σκάλα

    π’ οδηγούσε στη σκοπιά

    Κι ανεβαίναμε σπρώχνοντας

                         προς τα πάνω

    μ’ όλη μας τη δύναμη

    τον σκοτεινό ουρανό 

    που μας πιέζει.

     

     

    ΙV

    Οι λεύκες γέρνουν

    στο χώμα γεμάτες οργή

    προσπαθώντας να φτάσουν τα τανκς

    που μας παραμονεύουν σιωπηλά

    μες στη Νύχτα.

     

     

    Ι

    Ο αγέρας εκάλπαζε

    με πύρινα χαλινά

    τα σκοτεινά σύννεφα.

     

  • 1944

    Σ’ έναν διαβάτη....

    Ο Λόφος που βλέπεις διαβάτη

    ας φαίνεται, είναι ψηλός...

    Γι’αυτό, χωρίς βιάση περπάτει...

    Γιατί σαν τα πόδια κουράσεις

    σαν πεις στην κορφή του θα φτάσεις...

     

  • 1944

    Στον νεκρό μου φίλο...

    Απ’ τα λίγα τα φύλλα των δέντρων
    πούχουν  πέσει στην κρύα τη γη
    το δρομάκι που σ’ άρεσε, φίλε,
    έχει βάλει τη μαύρη στολή...
                        *
    Το τραγούδι που πριν εσκορπούσε
    αρμονία γλυκειά στη νυχτιά
    δεν ακούστηκε το άμοιρο, πάλι...
    αχ, το πήρε κι αυτό η παγωνιά...
                        *
    Για θυμήσου, ω φίλε, την ώρα
    πούχαμ’ έρθει οι δυο μας μαζί
    στων μνημάτων την ήσυχη χώρα...
    Σ’ έναν τάφο καθόσουν εσύ...
                        *
    Κι ένα μνήμα θωρώντας πιο πέρα
    που βαθειά μες στην κρύα τη γη
    τον γλυκό σου είχε κλείσει πατέρα
    αχ, τι τάχα να σκεπτόσουν εσύ;
                        *
    Να σκεπτόσουν, ποιος ξέρει, αδελφέ μου
    πως ταχιά σ’ ένα μνήμα βαθύ
    ήθελε έμπεις σκληρά μιαν ημέρα
    σαν πρωτόλαβο, αθώο πουλί;
                        *
    ΙΙ
    Μη διαβάτη, μην κόψεις το άνθος
    πούχει βγει απ’ του τάφου τη γη
    που τον μαύρο σκεπάζει μας φύλλο
    κι άλλος Χάρος του θέλει γενής.
                        *
    Ασπρο λούλουδο ήταν και πρώτα
    άσπρο λούλουδο βγήκε ξανά
    κι αν σκορπούσε και πρώτα το μύρο
    πάλι χύνει λευκή ευωδιά...
                         *
    ΙΙΙ
    Και σύ, ω φίλε μας, γίνε μας πάλι
    αηδονάκι αθώο, γλυκό
    κι ας μας ψάλλεις εκειά τα τραγούδια
    με τον ίδιο αγάπης σκοπό.
     


    Αφιερωμένα στους φίλους μου,  
    ΜΙΚΗΣ

  • 1944

    Ελεύθερος στοίχος

    Στα ποιήματά μου

     

     

    Μικρά ταπεινά λουλουδάκια

    - κι αν μπορώ να σας πω και λουλούδια-

    ω αγνά ξεχασμένα τραγούδια

    Χύστε και σεις (αχ και μπορείτε)

    μες στη φύση μια μυρωδιά...

     

    Πριν αρχίσω

    Σ’ έναν σωρό, πανώρια μαζεμένα

    τα υλικά προσμένουν με για να τα πάρω

    κι εγώ ο κτίστης καθισμένος

    πριν αρχίσω σ’ ερωτώ, ω θεά

    θα θελα φτάσω μια φορά

    να φτιάσω το παλάτι που θα κάτσεις;

     

    Μ’ αν καταλάβεις πως ποτέ

    δεν θα μπορέσω και θα κουραστώ

    στο φτειάξιμο απάνω,

    ρίξε φωτιά και κάψε με, θεά

    πριν σ’ ένα “σταυρό”

    σαν τον Χριστό πεθάνω.

  • 1944

    Τι μπορεί να βλάψει τη Νύχτα;

    Είμαι διατεθειμένος να καταστρέψω την ακοή μου
    για να μην ακούω πια τη φωνή σου
    Γιατί να καταστρέψω έτσι άδικα
    αυτό που έφτιαξα με τόση υπομονή και τόσο κόπο;

  • 1944

    Αγκαλιάστηκαν και χόρεψαν ένα βαλς με νωθρό ρυθμό

    Αγκαλιάστηκαν και χόρεψαν ένα βαλς με νωθρό ρυθμό.

    Κατόπι σταμάτησαν, σφίχτηκαν 

    δυνατά και δώσαν το στερνό τους φιλί.

     

    Κάποιες παράξενες σκέψεις τους βαραίνουν.

    Ξαναφιλιούνται μηχανικά για να παρατείνουν

    ποιος ξέρει τί.

    ‘Ομως τα χείλη δε γνωρίζουν τη σάρκα και τα 

    χέρια ενώνονται σε αδιάφορα σφιξίματα.

                                                     *

    Τότε παίρνω μορφή ποντικού και παρουσιάζομαι

    μπροστά τους. Βουτώ την ουρά μου στο 

    μελάνι και γράφω πάνω στο τζάμι:

    “Το πεπρωμένο καλεί τη ζωή”.

    Με μάντεψαν φαίνεται αμέσως. Φτιάχτηκαν

    βιαστικά βιαστικά και ξεχαστήκαν.

                                                     *

    Ανοίγω την πόρτα και βλέπω τον ποντικό να 

    σουλατσάρει. Το περίστροφο είχε λησμονηθεί

    πάνω στο γραφείο. Το κοιτάζω και του

    λέω: -Εσύ έκανες αυτή την απερισκεψία;

    Τρέχει και χώνει το κεφάλι του μέσα

    στην κάνη για να εμποδίσει τη σφαίρα. Εγώ

    όμως δε χάνω καιρό και τραβώ.

    Πολύ προσεχτικά μαζεύω το λίγο αίμα που 

    υπήρχε και με αυτό σκεπάζω τις αδέσποτες

    φράσεις.

     

    18.ΙΙΙ.44

    Μίκης Θεοδωράκης

    ΑΘΗΝΑ

     

  • 1945

    Πέστε κλαδιά

    Πέστε κλαδιά

    πέστε δέντρα

    νεράκια κρουσταλλένια

    πέστε, ο αντάρτης που’ πεσε

    στη μάχη λαβωμένος

    πριν ξεψυχήσει, μίλησε

    τ’ όνομα της μανούλας

    που περιμένει λιώνοντας

    και καρτερεί πονώντας.

     

     

     

     

     

     

  • 1945

    Το συλλαλητήριο στις τρεις του Δεκέμβρη

    Είμαι ποταμός θολός

    στα νερά μου ο κάθε εχθρός

    όταν μ’ αδικίες πάει να με μπλέξει

    άγριο τέλος θα βρει

    τώρα κι αν με χτυπά.

     

    Κύμα είμαι και ξεσπώ

    δίχως λευτεριά δε ζω

    σύμμαχα τα βόλια που με σκίζουν

    μα εγώ ορμώ, πάντα θα ορμώ

    γύρω πόνος βαρύς.

     

    Κύμα είμαι και ξεσπώ

    δίχως λευτεριά δε ζω

    μεσ’ απ’ το αίμα των αθώων

    η Ελλάδα με κοιτάζει

    με οδηγεί.

     

  • 1945

    Απρίλης

    Της αγάπης λόγια σαν της Άνοιξης τα φύλλα

    ένας ήλιος ήρθε και μας φίλησε στα χείλια.

     

    Πέντε παλικάρια και μια νια χορεύουν

    κι η καρδιά στο στόμα.

     

    Όμοιες σαν κλωνάρια ανθισμένα με μια χάρη

    πέντε αγάπες σμίγουν και φιλούνε το χορτάρι.

     

  • 1945

    Εκείνο που μας ενώνει με το Άπειρο

    Εκείνο που μας ενώνει με το Άπειρο

    και που δίνει στη Σκέψη τη δύναμη να τραγουδήσει

    είν’ η εντύπωση που γεννιέται

    απ’ τη διείσδυση μιας ψυχής σε μιαν άλλην.

     

    Ας σμίξουν λοιπόν τα αισθήματα

    δίχως υποκρισία και ντροπή,

    κι ας κυλιστούν

    πάνω στην υγρή χλόη της ‘Ανοιξης.

     

    Υπάρχει ένα βαθύ μυστήριο

    στην ένωση τούτη

    που συγκλονίζει τα ρωμαλέα σώματα

    και που δίνει το μέτρο του μεγαλείου της Δημιουργίας!

     

    Είναι ακατανόητο κι όμως αληθινό αγαπημένη,

    πως το Σύμπαν ολάκερο κι ολάκερος ο θεός

    χωρούν στο φιλί που μου δίνουν τα υγρά σου χείλη !

     

     

    Αθήνα  17.ΙΙΙ.45

     Μίκης Γ. Θεοδωράκης

     

  • 1946

    Αν γυρεύεις απ’ τον ήλιο τη χαρά

    Αν γυρεύεις απ’ τον Ήλιο τη χαρά

    κι απ’ των άστρων το δειλό το φως τη γαλήνη

    μη μακραίνεις την καρδιά σου απ’ τη δική μου

    που διψά για φως.

     

    Σαν τον ήλιο π’ όλο σβήνει κι όλο ζει

    θ’ αρμενίζουν οι καρδιές μας μέσα στη γαλήνη.

     

    Αν γυρεύεις απ’ τον Ήλιο τη χαρά

    κι απ’ των άστρων το δειλό το φως τη γαλήνη

    μη ζητήσεις να βρεις φως μακριά από μένα

    θα ‘μαι σαν νεκρός.

     

    Ας γυρέψουμε αντάμα τη χαρά

    πιο πολύ κι από τ’ αστέρια μες στον έρωτά μας.

     

  • 1946

    Έτσι μύριζε το ύστερα από μια μικρή ανοιξιάτικη βροχή

    Στη Μυρτώ

    22.ΙV.46

     

    Θυμάμαι πως μου είπες μια λέξη

    Κι εγώ έκοψα λίγο χορτάρι

    με τις ρίζες γιομάτες από χώμα                     

    να τρίψω την καρδιά μου να ευωδιάσει.

     

    Σου είπα πως όταν ήμουνα παιδί

    μου άρεσε να τυλίγομαι μες στο χώμα

    και να μιλώ με τις μακριές σκουληκαντέρες

    για τα μυστικά της γης.

    Μου φέρνει η κάθε μια κι από ‘να  μήνυμα      

    κι η φωνίτσα τους χάνεται μες στο θόρυβο    

    που κάνουν οι λογής-λογής ρίζες                   

    καθώς χώνουνται όλο και βαθύτερα μες στη γης.                                              

    Πώς τρομάζαμε όταν έσκαγε κάποιος σπόρος

    και ξεπήδαγε καινούριο φυτό...

     

                                              

    Όχι δε μου άρεσε να κοιτάζω τ’ αστέρια            

    μου φαίνονταν σαν πολύ μακρινά και ξένα 

    ο Ήλιος μου αρέσει πιο πολύ                          

    ιδίως όταν το καλοκαίρι οι αχτίδες του

    χορεύουν πάνω στο δέρμα 

    τραγουδώντας ένα παράξενο τραγούδι

    που τα λόγια του χάνουνται τώρα

    βαθειά μες στη μνήμη μου.

     

    Τότε για πρώτη φορά σκέφτηκα

    να ταιριάσω τα τραγούδια

    που άκουγα όλη μέρα

    σ’ ένα μονάχα τραγούδι

    που θα το λέγαμε όλοι μαζί.

    Η σκέψη αυτή δεν ήταν εντελώς δική μου.

    Άκουσα να τη λέει 

    ένα μικρό πρασινοκίτρινο φυλλαράκι

    που ξεπήδαγε κείνη τη στιγμή

    μες απ’ το χλωρό κλαδί της μηλιάς μας.

     

     

    Την άλλη μέρα ξύπνησα μαζί με την Αυγή     

    κατέβηκα στα χορτάρια και κυλίστηκα 

    μες στις δροσοσταλίδες.

    Ανατρίχιασε όλο το κορμί μου  

    δεν υπήρχε ούτε και το πιο μικρό μόριο 

    πάνω στο δέρμα μου που να μην έλεγε  

    κι ένα μικρό τραγουδάκι.

     

    Τότε είπα το μυστικό μου στα χορτάρια

    τα φυλλαράκια που ‘σαν κοντά 

    σκύψαν το κεφάλι να κρυφακούσουν

    πολλές σκουληκαντέρες κατέβηκαν

    χαρούμενες βαθειά σ’ όλο τον κόσμο 

    να πουν το μυστικό μας

    κάθε σταγόνα γης ήταν τη μέρα κείνη

    ευτυχισμένη...

     

    Τότε τους είπα να ξαπλώσουμε ήσυχα

    περιμένοντας να βγει ο ήλιος...

    πραγματικά κάναμε με μιας

    τόσο ησυχία

    ώστε μπορούμε ν’ ακούμε

    το μακρινό τραγούδι της Αυγής

    που μοιάζει σαν κοράλι

    περιχυμένο με λεπτά δάκρυα πουλιών...

    Τι όμορφο που ήταν εκείνο το τραγούδι

    θα μπορέσουμε άραγε να τραγουδήσουμε

    έτσι όμορφα και μεις;

     

                           *

     

    Όχι δε μου αρέσει τώρα πια το τραγούδι της γης.

    Οι ρίζες σχίζουν το χώμα παράφωνα

    κι οι αχτίδες φωνάζουν με ορμή και μανία.

    Εμένα τώρα μου αρέσει το τραγούδι της Αυγής

    όταν το ακούω νομίζω πως βρίσκομαι

    στο δάσος με τα κοράλια περιχυμένα

    από λεπτά δάκρυα πουλιών

    μέσα στη γαλανή ανταύγεια του πρωινού.

     

    Τα χορταράκια, τα φύλλα και τα σκουλήκια

    μ’ απλώνουν σα λυγμό τα χέρια

    και μου φωνάζουν παρακαλεστά

    “Μείνε, σε λίγο θα βγει κι ο ήλιος

    να τραγουδήσουμε μαζί”.

    Μπορώ όμως να μείνω μακριά

    απ’ το τραγούδι της Αυγής;

     

     

    Για πρώτη φορά σκαρφαλώνω τη μάντρα

    του κήπου μας κι ένοιωσα

    σαν το φυτό που το τραβούν από τη γης του.

    Βρέθηκα τότες μέσα σε άγνωστους δρόμους.

    Στα μάτια μου όμως μπροστά τρεμοπαίζει

    η ρόδινη ανταύγεια κι ήμουν ευτυχισμένος

    που σε λίγο η επιδερμίδα μου θα λούζονταν

    μέσα σε κείνο το εξαίσιο τραγούδι.

     

                              *

     

    Καθώς βλέπεις, δεν είμαι τώρα πια παιδί

    κι όμως ακόμα δεν κατόρθωσα να φτάσω  

    τ’ όμορφο κείνο τραγούδι. 

    Είμαι σχεδόν μετανοιωμένος

    που άφησα τη μισή μου καρδιά

    χωμένη μες στη γης.

    Φοβάμαι αν θα με ξαναδεχτούν

    οι αγαπημένοι μου φίλοι

    κι αν θα με γνωρίσει η καρδιά μου

    που τώρα πια θα ‘χει γίνει κι αυτή

    ίσως λίγη χλόη

    ίσως ένας μικρός θάμνος

    με λίγα κόκκινα λουλουδάκια περιχυμένα

    με λεπτές δροσοσταλίδες.

    Θα ήθελα τόσο να ξαναγυρίσω στη γης.

    Πόσα τραγούδια αλήθεια θα ξαναπούμε...

    Και τώρα που ‘ρχεται το καινούριο καλοκαίρι

    θα περιμένουμε τον ήλιο

    να του πούμε πια το μυστικό μας 

    και να πραγματοποιήσουμε  

    το παλιό μας το όνειρο.

     

    Μιχ. Γ. Θεοδωράκης

    11.2.46

    Αθήνα

     

     

     

     

     

     

     

  • 1946

    Σ’ αγαπώ. Δε μπορεί ναν’ αλλιώς...

    Έχω χώμα μαύρο, χώμα ξανθό

    ήλιους αιμάτινους, ήλιους λευκούς

    καρδιές με ρίζες, ρίζες με φτερά

    πόλεις με τάφους, τάφους με ζωή

    Στο ‘να μου χέρι το μίσος κρατώ

    στ’ άλλο μου χέρι κρατώ την αγάπη.

     

    Δεν είμαι ξωτικό.

    Κατοικώ στα γαλάζια νησιά

    Και στα κόκκινα πάθη.

    Με ξέρεις... Πιο πολύ με νοιώθεις

    παρά με ξέρεις.

     

     

     

     

     

     

     

  • 1946

    Ερωτικό τραγούδι

    Όλη η Σκέψη μου είναι έν’ ανθισμένο κλωνάρι αμυγδαλιάς

    κρεμασμένο στο παράθυρό σου.

     

    Η φωνή μου σου μιλά με χίλια χρώματα και με χίλιες

    μυστικές ανταύγειες, κι όμως εσύ μένεις βυθισμένη

    το όνειρο της ζωής σου που ιλαρύνεται

    από μια φλόγα ευδαιμονίας.

     

    (Κοίταξε τα φεγγάρια που λιώνουνε μες στα δάκρυα

    κοίταξε τα δάκρυα που φλογίζουνε σαν αστέρια

    κοίταξε τ’ αστέρια που μοιάζουν με τις αμέτρητες

    ελπίδες των καρδιών που η άρνηση της

    ζωής τους αποκάλυψε το πεπρωμένο!)

    Και μην ξυπνήσεις! Δε θα ‘χεις εδώ να γνωρίσεις

    τίποτα πιότερο απ’ ό,τι ήδη γνωρίζεις, αφού κι ο

    πόνος ακόμα που σημαδεύει μ’ ένα άστρο

    το σκεφτικό μέτωπο της ζωής, αρνήθηκε

    τον εαυτό του και γίνηκε ως κι αυτός απόψε

    χαρά !

     

     

     

     

     

     

  • 1946

    Πέντε στρατιώτες

    Πώς βρέθηκα με μιας τόσο μακριά;

    (Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω

    Πόσο εκμηδενίζεται η στιγμή

    όταν κάθεσαι ανάμεσα σε δύο φώτα).   

     

    - Αναγκάστηκα να αμυνθώ για τη ζωή μου

    Είχα τόσο μυστικά διαρρεύσει απ’ το σώμα μου

    κι είχε σκορπίσει τριγύρω μου  

    ώστε ήμουν δεμένος αναπόσπαστα

    με τα πράγματα και τους άλλους.  

     

    - Προχωρήσαμε μαζί 

    σφιχτοδεμένοι

    με αλλαγμένες τις καρδιές μας

    από στήθος σε στήθος.

    Δεν είχαμε δικαίωμα να μιλήσουμε

    με τον εαυτό μας.

    - Γυρίσαμε σχεδόν μαζί τα μάτια:

    Στο βάθος του ορίζοντα

    χίλια πουλιά ασύνταχτα σβήναν.

     

     

    - Είχαμε ήδη διανύσει περπατώντας

    μια μεγάλη απόσταση.

    Στο σημείο αυτό που βρισκόμαστε

    μπορέσαμε να διακρίνουμε 

    μια κόκκινη πινακίδα.

    Υποθέσαμε πως μπορεί αυτό να σημαίνει                           

    κάποιο ορόσημο που χωρίζει                                             

    το παρόν απ’ το μέλλον.                                                       

    - Σφίξαμε τότε το λουρί της κάσκας στο μάγουλο                  

    προσπαθώντας ν’ αναπνεύσουμε

    με τον παγωμένο αέρα

    κάποια σκέψη που ν’ αντέχει

    μέσα σ’ αυτό το θλιβερό τοπίο.

     

    Οι τοίχοι των σπιτιών

    ξαποστέλνουν πίσω τρομαγμένοι

    τους ήχους των βημάτων μας.

    Βλέπουμε τους ίσκιους μας

    να καθρεφτίζονται κουρασμένοι

    μες στα συννεφιασμένα μάτια του ουρανού

    καθώς περπατούμε προσεχτικά

    πιασμένοι χέρι με χέρι

    πλάι στο σύνορο που χαράζει

    το ανασηκωμένο φρύδι του πολέμου.

     

     

    Πίσω απ’ τις σκοτεινές πολυκατοικίες

    παραμονεύει το τριχωτό    

    χέρι του Πολύφημου.

    Είμαστε πέντε σύντροφοι

    πιασμένοι χέρι με χέρι

    με την καρδιά ξεπλυμένη

    στο χιόνι της νύχτας

    και τα λιβάδια της Άνοιξης

    ζωγραφισμένα.  

     

    Σε λίγο άρχισε ν’ αστράφτει

    Την πρώτη φορά τα μάτια μου 

    δακρύσανε απ’ το φως

    Μετά συνήθισα έτσι ώστε να μπορώ να διακρίνω

    το χέρι της μητέρας μου

    καθώς ήρθε να μου δροσίσει τα βλέφαρα.

     

    Κρατώ στο χέρι την αραβίδα μου

    και βρίσκομαι χωμένος στη λάσπη ως το λαιμό.

    Για μια στιγμή αισθάνθηκα το κεφάλι  

    να ξεκολλά απ’ το σώμα μου 

    και να πηγαίνει σε άλλο σώμα

    κι έπειτα σε άλλο και σε άλλο.

    Ο τόπος γέμισε με ακέφαλα πτώματα

    και μόνο το κεφάλι μου γυρίζει

    από σώμα σε σώμα.

    Τί γίνηκαν λοιπόν τα κεφάλια 

    των συντρόφων μου;

     

    Κάποιος τράβηξε το παραπέτασμα της βροχής

    κι ένοιωσα σα να ήμουν μόνος

    προσπάθησα τότε με την ευκαιρία αυτή

    να ρίξω μια ματιά στον εαυτό μου.

     

    (Τα σύννεφα δεν απέχουνε πολύ απ’ τη γη  

    Έχουν κατεβεί ’  [έχει κατεβεί]

    πιστεύω πως μέχρι το πρωί

    δεν θα υπάρχει πια τίποτα.

    Θ’ αρχίσουν απ’ τις ψηλές πολυκατοικίες

    και τα φουγάρα των εργοστασίων στον Πειραιά.

    Οι τοίχοι θα λυγίζουν και θα σπάζουν λίγο λίγο

    Έπειτα θα ‘ρθει η σειρά των σπιτιών.

    Τελευταίοι θα λιώσουν οι συνοικισμοί

    κι οι ξύλινες παράγκες στο Δουργούτι).

     

     

     

    Τότε στην απέναντι γωνιά από μας  

    φάνηκαν τέσσερις άντρες

    Ήσανε τέσσερις άντρες της Αρχαίας Αθήνας

    με χειμωνιάτικες χοντρές χλαμύδες.

    Ήταν πια καιρός γιατί το χώμα

    είχε γίνει ρευστό και τρικυμισμένο

    Περάσαμε συρτά στο μέρος τους

    κι όλοι αντάμα βλέπαμε

    την Πολιτεία μας

    να κλυδωνίζεται τριγύρω

    ακυβέρνητη και μεθυσμένη.

     

    Σιγά σιγά εντελώς απροσδόκητα

    πλάι σ’ αυτούς τους άντρες

    καταλάβαμε πως είμαστε άνθρωποι

    κι έχουμε στο στήθος καρδιά

    Τα Γερμανικά κράνη

    κατεβασμένα πάνω στο μέτωπο

    δεν μας εμπόδιζαν τώρα να δούμε τα μάτια μας

    Η Αγαπημένη μου

    με χαιρετούσε στην είσοδο του πάρκου

    με το θαλασσί της μαντήλι.

     

    Όμως μάταια

    Μια βουή άρχισε να ξεσηκώνεται

    απ’ την μιαν άκρη της Πολιτείας έως την άλλη

    Βουτήξαμε τότε αμέσως κι οι πέντε

    στην τρικυμισμένη θάλασσα

    Καθώς κολυμπούσαμε

    για πρώτη φορά νοιώσαμε την καρδιά μας

    να γέρνει σαν κυπαρίσσι  

    Φτάσαμε στη λεωφόρο και διακρίναμε

    την ατέλειωτη σειρά των κρεμασμένων.   

    Η Μητέρα μου κι η Αγαπημένη μου

    Η Μητέρα μου κι η Αγαπημένη μου

    Η Μητέρα μου κι η Αγαπημένη μου

    Χίλιες φορές

    Η Μητέρα μου κι η Αγαπημένη μου

    Κι από πάνω

    περνώντας τα βλήματα των πλοίων του Φαλήρου

    να σχηματίζουν μια γιορτινή

    πολύχρωμη αλέα.

     

    Οι πέντε σύντροφοι ανησύχησαν καθώς αργούσαμε

    Κρατούσαν γερά όμως στο πόστο μας

    Στις στιγμιαίες λάμψεις του πολυβόλου

    μπορούσε κανείς να διακρίνει

    την λεπτή κόκκινη κλωστή που ένωνε τις καρδιές μας.

     

    Ο ουρανός και τα σύννεφα

    κατεβαίνανε ολοένα προς την πολιτεία

    Γύρω μας η θάλασσα φούσκωνε

    και τα κύματα

    μας κάψανε στο πρόσωπο τα μάτια

    Απ’ το λόφο του Αρδηττού

    ακούστηκε κάποιο χωνί να σβήνει

    “Η Αθήνα δεν πεθαίνει. Νικά”.

    Όμως η αυγή δεν έλεγε να ‘ρθει.   

     

    Ο ουρανός με τα σύννεφα

    καθώς κατεβαίνει έχει ακουμπήσει   

    τις ψηλές πολυκατοικίες

    και τα φουγάρα των εργοστασίων του Πειραιά

    Κι η θάλασσα από κάτω ανεβαίνει και μας αρπάζει.

     

    Ξαφνικά μέσα στην τρικυμία φάνηκε ένα φως

    κι η φωνή σου αντήχησε δυνατά   

    πριν προλάβει το κύμα να την αρπάξει

    Ήταν τόσο γερή ώστε να μας στηρίξει

    για αρκετήν ώρα στην επιφάνεια.

    Όμως ήταν πια αργά   

    Τώρα ακριβώς που οι καρδιές μας

    άνοιγαν ξανά διάπλατα τις πόρτες τους

    στην αγάπη της γης

    βρέθηκε να στερέψει με μιας η απέραντη θάλασσα

    και τα κύματα γίνηκαν μαύρα πουλιά

    Η φωνή σου μας ήταν άχρηστη πια      

    έτσι καθώς βρισκόμαστε ξαπλωμένοι

    ανάμεσα στα ερείπια

    κι οι άλλοι να περνούν και να μας πατούν.

     

    Παλέψαμε με τα κύματα κει πάνω στη θάλασσα

    μέρα νύχτα

    κι όμως δε μάθαμε τίποτα πιο πάνω

    απ’ ό,τι ξέρει μια σταγόνα γης

    Ρωτήστε το μικρό φυλλαράκι που σιγοπαίζει με τον 

                                                                 άνεμο

    πάνω στο δέντρο της αυλής σας

    και θα σας πει για ποιο λόγο

    δρασκελίσαμε με τόση αγάπη

    το σύνορο του θανάτου

    οι πέντε αμούστακοι στρατιώτες του Δεκεμβρίου.

     

    Μ. Γ. Θεοδωράκης

    Αθήνα

    1946

     

     

     

     

     

     

  • 1946

    Τετράδιο

    Μιχ. Γ. Θεοδωράκης
    1946-1947
    Αθήνα

    Αυτά τα εξαίσια μάτια

    Προσπαθώ να παραλληλίσω
    την έννοια της θάλασσας με την έννοια της αγάπης.
    Αυτό το πέλαγος
    μοιάζει σα να ‘χει ανατριχιάσει από τον πόθο μου.
    Θέλω να βρω μια βάρκα να ταξιδέψω.
    Να γνωρίσω τις χώρες που κρύβονται πίσω από τον ορίζοντα,
    τις σκέψεις που κρύβονται πίσω από τα μάτια σου.
    Αυτά τα εξαίσια μάτια.


    *****

    Μικρές ανεμώνες

    Ξέρεις τις μικρές ανεμώνες που φυτρώνουν τον Απρίλη;
    Θα ‘θελα πολύ να στις αραδιάσω πλάϊ - πλάϊ
    μέσα σ’ ένα πλαίσιο.
    Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να σου πω
    τα όνειρα που με δέρνουν για σένα...

                                                   1946



    *****

    Με ξέρεις.
    Πιο πολύ με νοιώθεις παρά με ξέρεις.
    Ω  θα μου πεις
    είναι καιρός που κηδέψαμε τη Βηθλεέμ
    και στον τάφο τους απάνω οι ανεμώνες
    κουβεντιάζουν με τα χλωμά κορίτσια
    της Σιών.
    Δεν έχω αξιώσεις. Δεν έχω καθόλου αξιώσεις.
    Μόνο να μου επιτρέπεις να βλέπω
    στα μάτια σου τις δύσεις.

                                                           1946

  • 1946

    Η μεταμόρφωση του Διονύσου

    - Δε θα μπορέσεις ποτέ να δεις κατάματα τον εαυτό σου.

    Εφ’ όσον ο αδελφός σου διαλύεται μες στο αίμα

    αυτή η θαμπή βροχή του μίσους

    δε θα σ’ αφήσει ούτε μια φωτεινή κολώνα

    όρθια μες στην ψυχή σου...

    Είναι νόμος η καρδιά μας να τραβιέται από τον πόνο.



    - Σκέψου μόνο πόσο πόνεσα για να βρεθώ έτσι μόνος.



    - Ετοιμάσου να επιστρέψεις στο μέρος όπου ξεφύτρωσες.



    - Πρόσεξέ με αν με αγαπάς και θέλεις να με καταλάβεις καλα΄.

    Συνήθισα να ζω μες στο σκοτάδι.

    Αυτό με ωφελεί και με βοηθεί.

    Αισθάνομαι τη Νύχτα

    όπως αισθάνεται η μητέρα την ανάσα του μωρού της

    πάνω στο δέρμα της.

    Υπάρχει μέσα σ’ αυτό δίχως άλλο ηδονή

    είναι όμως πιότερο ανάγκη.



    - ‘Ακουσέ με και μένα τώρα με τη σειρά σου.

    Κι η χώρα η δική μου είναι σκοτεινή.

    Τ’ όνομά της είναι ξακουσμένο και θα την ξέρεις και συ.

    Ονομάζεται Αρκαδία.

    Κάποτε όμως πήρα το δρόμο απ’ τα δασά της έλατα

    και περνώντας από χώρα σε χώρα

    έφτασα στον τόπο αυτόν που ήταν καθώς μου τον είπαν.

    Εμείς εκεί πάνω δε γνωρίζουμε τόσο άφθονα χυμένο το φως

    κι έτσι μου φάνηκε σα να ‘χα ξαναγεννηθεί

    κι είχα περάσει από μια ζωή σε μιαν άλλη.

    Φαίνεται πως εδώ κατοικεί ένας νέος θεός, είπα

    και οι άνθρωποι πρέπει να είναι φωτεινοί και ωραίοι...

    Τώρα μπορούσα να νοιώθω κάθε τι

    που μου ήταν πριν ακατανόητο

    και μπορούσα ακόμα να ευχαριστήσω

    δίχως υποκρισία τον δημιουργό μου.



    - Ξέρω πως η Αρκαδία είναι η χώρα με τα πυκνά δάση

    και τις χίλιες πηγές.



    - Εκεί έχει σκοτάδι και η ζωή είναι πολύ βαθειά κρυμμένη.

    Εδώ ξεπετάγεται όπως ακριβώς είναι

    Δεν υπάρχει κάτι που να τη μισοσκεπάζει.

    Στην αρχή τρόμαζα έτσι που ζούσα.





    Ένοιωθα την ψυχή μου να πεθαίνει και να γεννιέται

    σε κάθε στιγμή.

    Έπιανα κι άφηνα δίχως τελειωμό

    δίχως ποτέ να πω δε θέλω.

    Μια μέρα συνάχτηκαν οι άνθρωποι του τόπου αυτού

    και έκαναν τον συνηθισμένο όρκο της φυλής τους.

    “Αν γνωρίζω πως η ψυχή μου που σβήνει

    σε λίγο θα ξαναγεννηθεί

    γίνομαι πιο χαρούμενος, αφού μέσα μου

    θα υπάρξει κάτι καινούριο...

    Κι όταν μαντεύω τη θέλησή μου όλο να τρέχει

    δίχως να σταματά

    δίχως ποτέ να πει δε θέλω

    κι αυτό με κάνει ευτυχισμένο

    γιατί η κίνηση είναι ζωή...

    Ορκίστηκα κι εγώ να πολεμήσω το σκοτάδι.

    Αυτό είναι που λιώνει μες στο αίμα τον αδελφό μου.

    Όταν κλείνω τα μάτια

    τον βλέπω να κάθεται μπροστά

    στο πελώριο όργανό του

    και να παίζει μακάβρια και ήρεμα.

    Αμέσως σκεπάζω τ’ αυτιά μου.

    Δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω

    ο τόπος γεμίζει κοράκια

    Μ’ ευθυγραμμισμένα κι ακίνητα φτερά

    παρελαύνουν μπροστά του.

    Θα ‘χεις δίχως άλλο ακούσει κι εσύ

    αυτό το παράξενο όνομα: ΠΟΛΕΜΟΣ.



    - Αυτό που εγώ απόφυγα μ’ όλες μου τις δυνάμεις

    βάζοντας πλάι στη μαύρη κλωστή μαύρη

    και στην άσπρη άσπρη.

    Καταλαβαίνεις πόσο μου απολείπεται η γαλήνη.

    Ένα ίσιο χωράφι με κοντό γρασίδι

    καταντά να μου γίνεται ιδανικό...



    - Θα σε ρωτήσω κάτι. Σκέφτηκες ποτέ σου

    πού θα σκύψεις να δεις το ομοίωμά σου;

    Γιατί νομίζω πως δεν έχεις άλλο ιδανικό.



    - Έχω τη γνώμη πως το έργο του καθενός είναι ένας καθρέφτης

    Άλλωστε είναι νύχτα.

    Όμως στο λίγο φως που σκορπίζει στιγμιαία ένας διάττων

    μπορείς να διαβάσεις γραμμένη οπουδήποτε

    την ιστορία της γης.









    [- Ένας διάττων είναι πάντα ένα καλό σημάδι.

    Αυτό σημαίνει πως ο έρωτας

    συνεχίζει να σμίγει τ’ αστέρια

    πίσω από τη λευκή κουρτίνα του Γαλαξία

    θα ‘θελα πολύ να νοιώσω αυτό το αίσθημα

    που αποσπά την φωτεινή βροχή

    ανάμεσα στ’ αστέρια.

    Θα ‘ναι δίχως άλλο για μένα

    μια πηγαία χαρά.]



    Λοιπόν μη γυρεύεις άλλο κανένα νόημα

    σ’ αυτή τη μικρή σπίθα που ανάφτει μπροστά σου.

    Στο κάτω-κάτω οι λέξεις

    χάνουν στα χείλη σου τη σημασία τους.

    Η λέξη “ευαισθησία” είναι κάτι που ταιριάζει

    στους ώριμους καρπούς που πλημμυρίζουν από ζωή.

    Πολύ περισσότερο αν είναι μητρικό στήθος

    παρ’ ό,τι αν είναι μια φωνή που σε καλεί σε βοήθεια.

    Εξ άλλου οι αναθυμιάσεις αυτές του αίματος

    δεν μπορούν ν’ αφήσουν ασυγκίνητο

    ούτε ένα μικρό σπόρο σταριού.

    Ήδη τρώγοντας ψωμί τρέφεις τις σάρκες σου

    με πόνους και χρέη...

    Ο αδελφός μας λιώνει μέσα στο αίμα του

    κι όλοι λέγανε πως η γης εκδικιέται.

    Όμως εμείς μαθαίνουμε κάθε μέρα που περνάει

    πως δεν υπάρχει τίποτα πιο τρυφερό στον κόσμο

    απ’ την καρδιά της πονεμένης μας μητέρας.

    Απ’ την ημέρα που άνθρωποι θα αισθανθούν την ανάγκη

    να γίνουν απλοί σαν κάτι που δεν γυρεύει λύση

    τότε το φως θα αναδύεται από το χώμα

    και τα φύλλα των δέντρων.



    Το αίμα έχει σχηματίσει μια λίμνη

    λίγο πιο πάνω από το μέρος που στεκόμαστε.

    Ο μύθος της φυλής αυτής λέει

    πως στο βυθό της

    κατοικούνε τα ινδάλματα όλων των ανθρώπων.

    Όποιος θελήσει να δει τον εαυτό του

    δεν έχει παρά να σταθεί

    πάνω απ’ την ακίνητη επιφάνειά της.



    1946 

  • 1946

    Η μεταμόρφωση του Διονύσου

    - Δε θα μπορέσεις ποτέ να δεις κατάματα τον εαυτό σου.

    Εφ’ όσον ο αδελφός σου διαλύεται μες στο αίμα

    αυτή η θαμπή βροχή του μίσους

    δε θα σ’ αφήσει ούτε μια φωτεινή κολώνα

    όρθια μες στην ψυχή σου...

    Είναι νόμος η καρδιά μας να τραβιέται από τον πόνο.

     

    - Σκέψου μόνο πόσο πόνεσα για να βρεθώ έτσι μόνος.

     

    - Ετοιμάσου να επιστρέψεις στο μέρος όπου ξεφύτρωσες.

     

    - Πρόσεξέ με αν με αγαπάς και θέλεις να με καταλάβεις καλα΄.

    Συνήθισα να ζω μες στο σκοτάδι.

    Αυτό με ωφελεί και με βοηθεί.

    Αισθάνομαι τη Νύχτα

    όπως αισθάνεται η μητέρα την ανάσα του μωρού της

    πάνω στο δέρμα της.

     

    Υπάρχει μέσα σ’ αυτό δίχως άλλο ηδονή

    είναι όμως πιότερο ανάγκη.

     

    - ‘Ακουσέ με και μένα τώρα με τη σειρά σου.

    Κι η χώρα η δική μου είναι σκοτεινή.

    Τ’ όνομά της είναι ξακουσμένο και θα την ξέρεις και συ.

    Ονομάζεται Αρκαδία.

    Κάποτε όμως πήρα το δρόμο απ’ τα δασά της έλατα

    και περνώντας από χώρα σε χώρα

    έφτασα στον τόπο αυτόν που ήταν καθώς μου τον είπαν.

     

    Εμείς εκεί πάνω δε γνωρίζουμε τόσο άφθονα χυμένο το φως

    κι έτσι μου φάνηκε σα να ‘χα ξαναγεννηθεί

    κι είχα περάσει από μια ζωή σε μιαν άλλη.

     

    Φαίνεται πως εδώ κατοικεί ένας νέος θεός, είπα

    και οι άνθρωποι πρέπει να είναι φωτεινοί και ωραίοι...

     

    Τώρα μπορούσα να νοιώθω κάθε τι

    που μου ήταν πριν ακατανόητο

    και μπορούσα ακόμα να ευχαριστήσω

    δίχως υποκρισία τον δημιουργό μου.

     

    - Ξέρω πως η Αρκαδία είναι η χώρα με τα πυκνά δάση

    και τις χίλιες πηγές.

     

    - Εκεί έχει σκοτάδι και η ζωή είναι πολύ βαθειά κρυμμένη.

    Εδώ ξεπετάγεται όπως ακριβώς είναι

    Δεν υπάρχει κάτι που να τη μισοσκεπάζει.

    Στην αρχή τρόμαζα έτσι που ζούσα.

     

    Ένοιωθα την ψυχή μου να πεθαίνει και να γεννιέται

    σε κάθε στιγμή.

     

    Έπιανα κι άφηνα δίχως τελειωμό

    δίχως ποτέ να πω δε θέλω.

     

    Μια μέρα συνάχτηκαν οι άνθρωποι του τόπου αυτού

    και έκαναν τον συνηθισμένο όρκο της φυλής τους.

     

    “Αν γνωρίζω πως η ψυχή μου που σβήνει

    σε λίγο θα ξαναγεννηθεί

    γίνομαι πιο χαρούμενος, αφού μέσα μου

    θα υπάρξει κάτι καινούριο...

     

    Κι όταν μαντεύω τη θέλησή μου όλο να τρέχει

    δίχως να σταματά

    δίχως ποτέ να πει δε θέλω

    κι αυτό με κάνει ευτυχισμένο

    γιατί η κίνηση είναι ζωή...

     

    Ορκίστηκα κι εγώ να πολεμήσω το σκοτάδι.

     

    Αυτό είναι που λιώνει μες στο αίμα τον αδελφό μου.

     

    Όταν κλείνω τα μάτια

    τον βλέπω να κάθεται μπροστά

    στο πελώριο όργανό του

    και να παίζει μακάβρια και ήρεμα.

     

    Αμέσως σκεπάζω τ’ αυτιά μου.

     

    Δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω

    ο τόπος γεμίζει κοράκια

     

    Μ’ ευθυγραμμισμένα κι ακίνητα φτερά

    παρελαύνουν μπροστά του.

     

    Θα ‘χεις δίχως άλλο ακούσει κι εσύ

    αυτό το παράξενο όνομα: ΠΟΛΕΜΟΣ.

     

    - Αυτό που εγώ απόφυγα μ’ όλες μου τις δυνάμεις

    βάζοντας πλάι στη μαύρη κλωστή μαύρη

    και στην άσπρη άσπρη.

     

    Καταλαβαίνεις πόσο μου απολείπεται η γαλήνη.

     

    Ένα ίσιο χωράφι με κοντό γρασίδι

    καταντά να μου γίνεται ιδανικό...

     

    - Θα σε ρωτήσω κάτι. Σκέφτηκες ποτέ σου

    πού θα σκύψεις να δεις το ομοίωμά σου;

     

    Γιατί νομίζω πως δεν έχεις άλλο ιδανικό.

     

    - Έχω τη γνώμη πως το έργο του καθενός είναι ένας καθρέφτης

     

    Άλλωστε είναι νύχτα.

     

    Όμως στο λίγο φως που σκορπίζει στιγμιαία ένας διάττων

    μπορείς να διαβάσεις γραμμένη οπουδήποτε

    την ιστορία της γης.

     

     

    [- Ένας διάττων είναι πάντα ένα καλό σημάδι.                 

     

    Αυτό σημαίνει πως ο έρωτας                                              

    συνεχίζει να σμίγει τ’ αστέρια

    πίσω από τη λευκή κουρτίνα του Γαλαξία

    θα ‘θελα πολύ να νοιώσω αυτό το αίσθημα

    που αποσπά την φωτεινή βροχή

    ανάμεσα στ’ αστέρια.

     

    Θα ‘ναι δίχως άλλο για μένα

    μια πηγαία χαρά.]

     

    Λοιπόν μη γυρεύεις άλλο κανένα νόημα

    σ’ αυτή τη μικρή σπίθα που ανάφτει μπροστά σου.

     

    Στο κάτω-κάτω οι λέξεις

    χάνουν στα χείλη σου τη σημασία τους.

     

    Η λέξη “ευαισθησία” είναι κάτι που ταιριάζει

    στους ώριμους καρπούς που πλημμυρίζουν από ζωή.

     

    Πολύ περισσότερο αν είναι μητρικό στήθος

    παρ’ ό,τι αν είναι μια φωνή που σε καλεί σε βοήθεια.

     

    Εξ άλλου οι αναθυμιάσεις αυτές του αίματος

    δεν μπορούν ν’ αφήσουν ασυγκίνητο

    ούτε ένα μικρό σπόρο σταριού.

     

    Ήδη τρώγοντας ψωμί τρέφεις τις σάρκες σου

    με πόνους και χρέη...

     

    Ο αδελφός μας λιώνει μέσα στο αίμα του

    κι όλοι λέγανε πως η γης εκδικιέται.

     

    Όμως εμείς μαθαίνουμε κάθε μέρα που περνάει

    πως δεν υπάρχει τίποτα πιο τρυφερό στον κόσμο

    απ’ την καρδιά της πονεμένης μας μητέρας.

     

    Απ’ την ημέρα που άνθρωποι θα αισθανθούν την ανάγκη

    να γίνουν απλοί σαν κάτι που δεν γυρεύει λύση

    τότε το φως θα αναδύεται από το χώμα

    και τα φύλλα των δέντρων.

     

    Το αίμα έχει σχηματίσει μια λίμνη

    λίγο πιο πάνω από το μέρος που στεκόμαστε.

     

    Ο μύθος της φυλής αυτής λέει

    πως στο βυθό της

    κατοικούνε τα ινδάλματα όλων των ανθρώπων.

     

    Όποιος θελήσει να δει τον εαυτό του

    δεν έχει παρά να σταθεί

    πάνω απ’ την ακίνητη επιφάνειά της.

     

  • 1946

    Ημιτελής του Σούμπερτ

    Τρία αναποδογυρισμένα φεγγάρια

    σε μια χούφτα νερό.

    Τσακισμένο καράβι γεμάτο

    κορυδαλλούς και βιολέτες.

    Πέρασα μπροστά σου κι εσύ ήσουν

    η χθεσινή βροχή.

    Θα ‘ρθω να σε βρω κρατώντας

    μια χορδή τεντωμένη στο χέρι.

    Ονομάζομαι Φαίδων.

     

    Δεν έχω τίποτ’ άλλο

    έξω απ’ το κουρελιασμένο μου μανίκι.

    Δεν υποφέρω πια τη φωνή των πουλιών.

     

     

     

     

     

     

     

     

  • 1946

    ‘Ετσι απλά που τραγουδήσατε το τραγούδι

    (‘Ετσι απλά που τραγουδήσατε το τραγούδι

    έτσι ήρεμα που τραγουδήσατε το τραγούδι)

     

    Ανεβήκατε χειροπιαστά τραγουδώντας

    ένα ένα τα σκαλιά της αντρειωσύνης

    που οδηγούν στον ‘Ηλιο

    ανεμίζοντας τα νιάτα σας

    ανθισμένο κλαρί με κόκκινα λουλούδια.

     

    (Σχεδίασμα για τους ήρωες του Μπιζανιού_

     

     

    Τα σύννεφα είναι τ’ ουρανού

    κι η χλόη ‘ναι του κάμπου.

     

  • 1946

    Μικροί νάρκισσοι

    Το στήθος μου επλάτυνε πολύ για να χωρέσει

    το μικρό γιασεμί που έσπειρες

    με τα λεπτά σου δάχτυλα τούτη τη

    δε μπορούσα να σε διακρίνω

    μέσα στο τόσο σκοτάδι.

    Τα μάτια σου όμως ένοιωθα

    σ’ όλο μου το δέρμα να με διατρέχουν

    Και μπορούσα να μαντέψω ακόμα

    τους μικρούς Νάρκισσους πεσμένους

    πάνω στα πρασινογάλαζα νερά τους.

     

    Δεν ήμουν πια μόνος

    αιχμάλωτος της δυστυχίας

    Πλάϊ μου άρχισε ήδη να φουντώνει

    η πυρκαϊά που άναψες εκείνο το βράδυ

    τρίβοντας με δύναμη το γέλιο σου

    στην ανώμαλη πάνω επιφάνεια της καρδιάς μου

    όπως κάνουν στα ανήσυχα δάση

    της Κεντρικής Αφρικής.

     

    Τώρα κατάλαβες κι εσύ πόσο κοντά μου

    είναι αυτή η φωτιά, ώστε να κινδυνεύω

    να γίνω στάχτη.

    ‘Ετσι όμως που μ’ έχεις ποτίσει

    με κρασί και με γάλα - με χαρά κι εμπιστοσύνη

    πιστεύω πως θα γίνω μια γόνιμη στάχτη.

    Θέλω λοιπόν να με σκορπίσεις

    στις ρίζες των μικρών καρδιών

    που ονειρεύονται έναν παρόμοιο θάνατο.

    Θ’ ανάψω παντού πυρκαϊές

    θα κάνω ν’ ακούγεται παντού

    το πύρινο γέλιο σου!

     

    Αμφιβάλλω όμως αν οι φωτιές μου

    φτάσουν το φως τόσο ψηλά

    που ανεμίζεις τη σημαία των ματιών σου.

     

     

    Ας ζήσουμε λοιπόν ακόμα 

    ανυποψίαστοι πως υπάρχουμε

    σαν τα τρομαγμένα πλοία που τσακίζονται

    στα βράχια.

    Κι οι μικροί Νάρκισσοι πεσμένοι

    πάνω απ’ την πρασινογάλαζη επιφάνειά τους

    θα εξακολουθούν να πνίγονται γεμάτοι έκσταση

    προσπαθώντας να ανακαλύψουν το βυθό

    που υποβαστάζει

    τόση απλότητα και αγάπη συμπυκνωμένη.  

     

    9.ΧΙΙ.46

     

     

     

     

     

     

     

  • 1947

    Της εξορίας

    Θάλασσες μας ζώνουν

    κύματα μας κλειούν

    σ’ άγριους βράχους πάνω

    τα νιάτα μας φρουρούν.

     

    Στείλαν του λαού μας

    τ’ άξια τα παιδιά

    για να τα λυγίσουν

    σε δεσμά βαρειά.

     

    Στων φρουρών το πείσμα

    θα σταθούμε ορθοί

    στις καρδιές ατσάλι

    φλόγα στην ψυχή.

     

    Μάνα μην στενάζεις

    μάνα μην θρηνείς

    τώρα πέφτουν οι θρόνοι

    και τραντάζει η γης.

     

    Η αυγή χαράζει

    πάνω στα βουνά

    ο εχθρός λουφάζει

    φτάνει η λευτεριά.

     

    Χτυπάτε τους αδέρφια

    χτυπάτε δυνατά

    σαν χτυπάει ο Μάρκος

    σειέται γη, στεριά.

     

     

     

     

     

     

     

  • 1947

    Στον Όλυμπο

    Αν έμεινες ξαφνικά τόσο έρημος κι εγκαταλελειμμένος

    απ’ τις φωνές που χρωματίζουν τον ορίζοντα

    σου ‘χαν απομείνει σύντροφοι πιστοί τα γέρικα έλατα

    κι η πολύχρωμη μεταμόρφωση της Άνοιξης..

     

    Ήσουν ένας καλόγνωμος πατέρας

    με σγουρά γένια κι ολόισιες σκέψεις

    και θυμάμαι που καλούσες

    τους αχτένιστους βοριάδες της Θράκης

    να κρατούν φουντωμένες τις φωτιές που φυτρώναν

    στις καρδιές των αμέτρητων παιδιών σου..

     

    Μιλούσες ήσυχα με τον Ήλιο και με τη Νύχτα

    καθώς γέμιζες με κόκκινους σπόρους

    τις φτερούγες των πουλιών.

                               *

     

    Ήσουν πατέρας μας

    κι έπρεπε να ξανάρθουμε κοντά σου..

    Συνάξαμε τα τρομαγμένα πουλιά

    και βάφουμε ξανά τον ουρανό

    με τα τραγούδια μας.

     

    Σ’ ακούμε πάλι να κουβεντιάζεις ήρεμα

    με τη Νύχτα και με τον Ήλιο

    καθώς βλέπαμε να ‘ρχονται από κάθε μονοπάτι

    τις ρόδινες λαχτάρες του Κόσμου

    και ν’ απιθώνονται στα γόνατά σου.

     

    Είμαστε τώρα δυο φορές παιδιά σου

    κι οι φωτιές μας που φλογίζουνε τον ουρανό

    οδηγούνε απ’ αυτό το ψηλό σημείο

    τα τρομαγμένα πλοία.

     

    Μ.Γ. Θεοδωράκης

    2.2.47

    Αθήνα

     

  • 1947

    Το σπίτι μας με τους σκορπιούς

    * Α
    Ο καθένας θα ‘χει βρεθεί σε παρόμοιες στιγμές. Υπάρχουν δεσμίδες από ζεστές επικλήσεις. Πράσινες, κίτρινες, μωβ, που ανεβαίνουν από κάθε φυτό. Η θάλασσα φυσά θυμωμένα είτε ήρεμα, τις τυλίγει και τις διευθύνει ψηλά στο υπομονετικό μας σπίτι. Θα ‘πρεπε να σας μιλήσω γι’ αυτό το σπίτι. Η έκφρασή του αντανακλά τις πτυχές των βασανισμένων βουνών. ‘Εχει κάτι από το συρτό θρήνο.

    * Β
    Ευθύς εξ αρχής θα διακρίνει κανείς το τείχος των δέντρων που τυλίγονται ολόγυρά του με φροντίδα και στοργή. Υπάρχει ανάμεσά τους η απόσταση των ισοδύναμων ανθρώπων, η απόσταση ανάμεσα σε δυο όμοιες αχτίνες που κατευθύνονται από το βάθος της θάλασσας προς δύο απομονωμένους γλάρους.

    * Γ
    Με πέντε βήματα αγγίζεις από τη ρίζα των δέντρων τις ξασπρισμένες πέτρες που υποβαστάζουν την υπομονή και τα όνειρα του σπιτιού μας. Το χαμόγελό του είναι πάντα βεβιασμένο. Η γνώση του τροχίζεται απ’ τους σκορπιούς και το βορινό άνεμο που φοβισμένος το παρακάμπτει συχνά όταν μέσα στις νύχτες του Δεκεμβρίου αλλοιθωρίζει προς την απέραντη θάλασσα με τα μάτια πύρινα και προκλητικά.

    * Δ
    ‘Επειτα απο ένα συγκρατημένο και ήρεμο όνειρο ξύπνησε αντικρύζοντας την καταματωμένη θάλασσα ως τις ρίζες της γης. Αναταράχτηκε από τις χιλιάδες λεπτές και φευγαλέες μυρωδιές που κυνηγιούνται με τις πεταλούδες και τις μέλισσες πάνω στο κάτασπρο σεντόνι του ‘Ηλιου. ‘Ηταν καιρός να εξακοντίσει την πρώτη του σκέψη προς το στερέωμα που το συγκρατούσε στο χώμα με συγκατάβαση και ειρωνία. ‘Ισως να μη γνώριζε που το πλοίο μας διέσχιζε ήδη το Αιγαίο κι ακόμα πως πριν γεννηθούν οι μητέρες μας είχε αποφασιστεί ο ερχομός μας εδώ ψηλά.

    * Ε
    Δυσκολευτήκαμε να καταλάβουμε το βεβιασμένο του χαμόγελο καθώς και την παράξενη συνήθεια να προσκαλεί τ’ αδέσποτα σύγνεφα που τριγυρίζουν ψαχουλεύοντας στο λόγγο και τις πλαγιές του βουνού. ‘Ετσι δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε τα μάτια μας, δυσκολευόμαστε να προσαρμοστούμε σ’ αυτή την απότομη και βάρβαρη μεταλλαγή ανάμεσα στο φως και την πάχνη, στο κύμα και τη συρτή φωνή που εξακοντίζεται τόσο συχνά προς το δυτικό Αιγαίο. Χάνουμε έτσι το πρόσωπό μας καθώς γινόμαστε ένα με τα παράξενα όνειρά του που ενώ έχουν αγκυροβολήσει στις σφραγισμένες εποχές προεκτείνονται προς τα μακρινά σημεία που ειρωνεύονται τους κύκλους και τις επανόδους.


    * ΣΤ
    Υπάρχει εν τούτοις κάτι που ενώ δεν τραβά σε δένει σφιχτά. Νομίζεις ότι προεκτείνεσαι διαρκώς προς τα μπρός ενώ τα ίχνη σου μπλέκονται μες στις ρίζες των θάμνων που σε περικυκλώνουν με θανάσιμη χαρά.
    Θα ‘ρθει και για σένα η όμορφη εποχή !


    * Ζ
    Θα πρέπει τώρα να σας μιλήσω για τις χαρές και τους θυμούς του. Την ήρεμη αφήγηση κάτω απ’ το θόλο των κουμαριών. Τον τελείως απόκρυφο έρωτά του για την νοτιοανατολική πηγή. Τη νοσταλγία των ξασπρισμένων του τοίχων που ήταν συνηθισμένοι ν’ αγναντεύουν προς το Αιγαίο τους κουρσάρους καθώς γύριζαν ανήσυχοι τα κεφάλια για να χαιρετήσουν με σεβασμό και φόβο. Προ παντός όμως η φροντίδα του από αιώνες ήταν αυτός ο ατέλειωτος κι ανώφελος αγώνας που γίνεται μέσα του ανάμεσα σ’ ό,τι υπήρχε και σ’ ό,τι ήρθε.


    * Η
    Αυτή την ώρα ο ορίζοντας εξαφανίζεται κάτω από την πίεση του ουρανού και το ανέβασμα της θάλασσας. Υπάρχει διάχυτο στην ατμόσφαιρα το αίσθημα της κατανόησης. Στα μικρά σύγνεφα που ταξιδεύουν προς τον ήλιο αντιμάχονται η αγάπη με το μίσος. Σε λίγο το φως θα ισομοιραστεί εφ’ όσον ο ήλιος εξαλείψει τις σκιές και τους ενδοιασμούς που τον οδηγούν στην οδυνηρή και χιλιοτραγουδισμένη του πτώση. Η τελευταία αχτίνα οδηγείται προς τον γνώριμο δρόμο του σπιτιού μας. Τη δεχόμαστε ήρεμα δίχως φωνές. Θα συνομιλήσουμε όλη τη νύχτα μαζί της. Θα ονειρευτούμε μαζί.


    * Θ
    Υπάρχει μια αναγκαιότητα που διανοίγει ανάμεσα στα σύννεφα μακρύ και ανήσυχο δρόμο. Απ’ αυτόν θα περάσουν οι σκέψεις του σπιτιού μας, οι σιωπηλές του έγνοιες για κάθε τι που πιστεύει στη ζωή. Όλοι απορούν για το βάθος του βλέματός του. Ξεσκίζει κατάβαθα τους σκλάβους της Νότιας Αφρικής όπως και τα αιχμάλωτα θηρία των ζωολογικών κήπων της Ευρώπης. Από κει πάλι έρχονται αγκαλιασμένα τα όνειρα του κόσμου με ανοιχτά και βρώμικα τραύματα. Μπορεί κάθε στιγμή να δεις την ατέλειωτη φάλαγγα που κάνει τους σκορπιούς να αναδιπλώνονται με ανατριχίλα..


    * Ι
    Βλέπετε πως όλο παρασύρομαι απ’ αυτήν την αργυρή αντανάκλαση που μου δίνει την αυταπάτη πως είμαι αδερφός των σκορπιών, παιδί των τοίχων και των στοχασμών του σπιτιού μας. Σας υποσχέθηκα να σας μιλήσω για τις χαρές και τους θυμούς του.



    * Κ
    Σήμερα η μέρα ήρθε αθόρυβα. Το φως κλιμακώνεται στην ήρεμη θάλασσα σχηματίζοντας μια φωτεινή σκάλα που συνεχίζεται απ’ τις γραμμές του ορίζοντα. Θα μπορέσω ίσως να τοποθετήσω δίπλα δυο σκέψεις που να έχουν το θάρρος να αλληλοκοιταχτούν στιγμιαία στα μάτια; Όμως αυτή η ησυχία μου επιτρέπει ν’ ακούω τον παράξενο σάλο που γίνεται εντός μου... Όσο κι αν θέλω να το ξεφύγω είμαι παιδί των στοχασμών του, είμαι αδερφός των σκορπιών του. Δεν ανέχεται μέσα μου αυτό που υπάρχει εκείνο που έρχεται.. Πώς θέλετε λοιπόν ν’ αρνηθώ τη γενιά μου, να επιτρέψω να δώσουν τα χέρια που τρέμουν από το μίσος, να κοιταχτούνε στα μάτια που χάνονται απ’ το ακόρεστο πάθος, ν’ αγκαλιαστούνε κραυγές που ξεσκίζονται απ’ την ανατριχίλα; ΕΧΘΡΟΙ ΜΕ ΕΧΘΡΟΙ ;

    * Λ
    (Το βράδυ καθόμαστε κι αγναντεύουμε τη θάλασσα. Τραγουδάμε σιγά... Συχνά σιωπούμε κοιτάζοντας κάτω. Μας στεναχωρεί αυτή η συνεχής παρακολούθηση. Θέλουμε πολύ να μείνουμε μια στιγμή μόνοι με συντροφιά μας μονάχα τους σκορπιούς και τους τοίχους).


    ΙΚΑΡΙΑ  1947
    (17 - 21   ΙΙΧ)

  • 1947

    Νυχτερινό τραγούδι

    Κι ενώ ακόμα ήσουνα στο Φως,

    η Νύχτα ξαγρυπνούσε στο πλευρό σου...

    Και μάνιαζαν απάνωθέ σου οι άγρι’ ανέμοι

    όταν η ραγισμένη ακόμα μελωδία της Γαλήνης

    σε σιγοκοίμιζε γλυκά-γλυκά...

     

     

     

     

     

     

  • 1948

    Χτύπα - χτύπα

    Τα πλοία προσμένουν κρυφά στα σκοτάδια

    δεμένα σε κάποια ακτή μυστική

    καμιόνια με φάρους σβησμένους

    γεμάτα συντρόφους πιστούς

    γλιστρούν μες στην πόλη που τώρα σφαδάζει

    στα νύχια των εχθρών του λαού.

     

    Χτύπα, χτύπα το στήθος π’ ανάβει

    χτύπα, χτύπα το νου που φωτά

    στα χτυπήματα θεριεύουν οι σκλάβοι

    κάτω μας σπρώχνεις μα πάμε ψηλά.

     

    Τα πλοία στα βράχια σκορπούν τους συντρόφους

    τους ζώνουν σαν φίδια φρουροί τρομεροί

    μα κείνοι ψηλά το κεφάλι ψηλά η σημαία προχωρεί

    παιδιά του λαού τιμημένα γνωρίζουν

    πως πλάθουν την καινούρια ζωή. 

     

  • 1948

    Ελεγείο

    για τον Αγαμέμνονα Δάνη

     

    Χίλια ζευγάρια χέρια ν’ ανεμίζουν υψωμένα και να σβήνονται στ’ απόβραδο

    κι εσύ, χαμένε σύντροφε,

    να χαιρετάς και να γκαρδιώνεις, καθισμένος

    στο γόνα του ήλιου.

     

    (Σιωπή γερμένη με λυμένα μαλλιά -πάνω στην βαθειάν ανάσα της γης

    κάτω από τα λιόδεντρα κραυγή

    που ξεχάστη θρηνώντας).

     

    Απ’την απόμακρη Χίο στο Πετροπούλι

    κι απ’ την Ασία στον Αη-Ληα

    νοιώσαμε τον ουρανό να σκύβει

    και να φιλά την πληγή μας

    κι ήσουν, χαμένε σύντροφε

    χίλια πουλιά να πετούν

    προς το Νότο!

     

    Κι ήρθαν κοπέλες απ’ τη Δάφνη

    κι απ’ το Στελί μανούλες πικραμένες

    απ’ την Αρέθουσα και τους Βρακάδες οι μαυροφόρες

    κι απ’ τον Αρμενιστή γερο-ψαράδες ήρθαν

    μ’ αλατισμένη την καρδιά στο κύμα και στα δάκρυα

    Και κάθισαν ολόγυρά σου, χαμένε σύντροφε,

    και κάθισαν ολόγυρά μας

    ν’ αρχινήσουν ψιλό μοιρολόι

    Τ’ ήσουν ο στεναγμός ενού Λαού

    το φτεροζύγισμα ενού γύπα

    που χιμάει !

     

    Δάφνη  Ιούνης 1948

     

     

     

     

     

     

     

giresun escort kahramanmaras escort tokat escort kutahya escort zonguldak escort yozgat escort