Η μεταμόρφωση του Διονύσου

1946

- Δε θα μπορέσεις ποτέ να δεις κατάματα τον εαυτό σου.

Εφ’ όσον ο αδελφός σου διαλύεται μες στο αίμα

αυτή η θαμπή βροχή του μίσους

δε θα σ’ αφήσει ούτε μια φωτεινή κολώνα

όρθια μες στην ψυχή σου...

Είναι νόμος η καρδιά μας να τραβιέται από τον πόνο.



- Σκέψου μόνο πόσο πόνεσα για να βρεθώ έτσι μόνος.



- Ετοιμάσου να επιστρέψεις στο μέρος όπου ξεφύτρωσες.



- Πρόσεξέ με αν με αγαπάς και θέλεις να με καταλάβεις καλα΄.

Συνήθισα να ζω μες στο σκοτάδι.

Αυτό με ωφελεί και με βοηθεί.

Αισθάνομαι τη Νύχτα

όπως αισθάνεται η μητέρα την ανάσα του μωρού της

πάνω στο δέρμα της.

Υπάρχει μέσα σ’ αυτό δίχως άλλο ηδονή

είναι όμως πιότερο ανάγκη.



- ‘Ακουσέ με και μένα τώρα με τη σειρά σου.

Κι η χώρα η δική μου είναι σκοτεινή.

Τ’ όνομά της είναι ξακουσμένο και θα την ξέρεις και συ.

Ονομάζεται Αρκαδία.

Κάποτε όμως πήρα το δρόμο απ’ τα δασά της έλατα

και περνώντας από χώρα σε χώρα

έφτασα στον τόπο αυτόν που ήταν καθώς μου τον είπαν.

Εμείς εκεί πάνω δε γνωρίζουμε τόσο άφθονα χυμένο το φως

κι έτσι μου φάνηκε σα να ‘χα ξαναγεννηθεί

κι είχα περάσει από μια ζωή σε μιαν άλλη.

Φαίνεται πως εδώ κατοικεί ένας νέος θεός, είπα

και οι άνθρωποι πρέπει να είναι φωτεινοί και ωραίοι...

Τώρα μπορούσα να νοιώθω κάθε τι

που μου ήταν πριν ακατανόητο

και μπορούσα ακόμα να ευχαριστήσω

δίχως υποκρισία τον δημιουργό μου.



- Ξέρω πως η Αρκαδία είναι η χώρα με τα πυκνά δάση

και τις χίλιες πηγές.



- Εκεί έχει σκοτάδι και η ζωή είναι πολύ βαθειά κρυμμένη.

Εδώ ξεπετάγεται όπως ακριβώς είναι

Δεν υπάρχει κάτι που να τη μισοσκεπάζει.

Στην αρχή τρόμαζα έτσι που ζούσα.





Ένοιωθα την ψυχή μου να πεθαίνει και να γεννιέται

σε κάθε στιγμή.

Έπιανα κι άφηνα δίχως τελειωμό

δίχως ποτέ να πω δε θέλω.

Μια μέρα συνάχτηκαν οι άνθρωποι του τόπου αυτού

και έκαναν τον συνηθισμένο όρκο της φυλής τους.

“Αν γνωρίζω πως η ψυχή μου που σβήνει

σε λίγο θα ξαναγεννηθεί

γίνομαι πιο χαρούμενος, αφού μέσα μου

θα υπάρξει κάτι καινούριο...

Κι όταν μαντεύω τη θέλησή μου όλο να τρέχει

δίχως να σταματά

δίχως ποτέ να πει δε θέλω

κι αυτό με κάνει ευτυχισμένο

γιατί η κίνηση είναι ζωή...

Ορκίστηκα κι εγώ να πολεμήσω το σκοτάδι.

Αυτό είναι που λιώνει μες στο αίμα τον αδελφό μου.

Όταν κλείνω τα μάτια

τον βλέπω να κάθεται μπροστά

στο πελώριο όργανό του

και να παίζει μακάβρια και ήρεμα.

Αμέσως σκεπάζω τ’ αυτιά μου.

Δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω

ο τόπος γεμίζει κοράκια

Μ’ ευθυγραμμισμένα κι ακίνητα φτερά

παρελαύνουν μπροστά του.

Θα ‘χεις δίχως άλλο ακούσει κι εσύ

αυτό το παράξενο όνομα: ΠΟΛΕΜΟΣ.



- Αυτό που εγώ απόφυγα μ’ όλες μου τις δυνάμεις

βάζοντας πλάι στη μαύρη κλωστή μαύρη

και στην άσπρη άσπρη.

Καταλαβαίνεις πόσο μου απολείπεται η γαλήνη.

Ένα ίσιο χωράφι με κοντό γρασίδι

καταντά να μου γίνεται ιδανικό...



- Θα σε ρωτήσω κάτι. Σκέφτηκες ποτέ σου

πού θα σκύψεις να δεις το ομοίωμά σου;

Γιατί νομίζω πως δεν έχεις άλλο ιδανικό.



- Έχω τη γνώμη πως το έργο του καθενός είναι ένας καθρέφτης

Άλλωστε είναι νύχτα.

Όμως στο λίγο φως που σκορπίζει στιγμιαία ένας διάττων

μπορείς να διαβάσεις γραμμένη οπουδήποτε

την ιστορία της γης.









[- Ένας διάττων είναι πάντα ένα καλό σημάδι.

Αυτό σημαίνει πως ο έρωτας

συνεχίζει να σμίγει τ’ αστέρια

πίσω από τη λευκή κουρτίνα του Γαλαξία

θα ‘θελα πολύ να νοιώσω αυτό το αίσθημα

που αποσπά την φωτεινή βροχή

ανάμεσα στ’ αστέρια.

Θα ‘ναι δίχως άλλο για μένα

μια πηγαία χαρά.]



Λοιπόν μη γυρεύεις άλλο κανένα νόημα

σ’ αυτή τη μικρή σπίθα που ανάφτει μπροστά σου.

Στο κάτω-κάτω οι λέξεις

χάνουν στα χείλη σου τη σημασία τους.

Η λέξη “ευαισθησία” είναι κάτι που ταιριάζει

στους ώριμους καρπούς που πλημμυρίζουν από ζωή.

Πολύ περισσότερο αν είναι μητρικό στήθος

παρ’ ό,τι αν είναι μια φωνή που σε καλεί σε βοήθεια.

Εξ άλλου οι αναθυμιάσεις αυτές του αίματος

δεν μπορούν ν’ αφήσουν ασυγκίνητο

ούτε ένα μικρό σπόρο σταριού.

Ήδη τρώγοντας ψωμί τρέφεις τις σάρκες σου

με πόνους και χρέη...

Ο αδελφός μας λιώνει μέσα στο αίμα του

κι όλοι λέγανε πως η γης εκδικιέται.

Όμως εμείς μαθαίνουμε κάθε μέρα που περνάει

πως δεν υπάρχει τίποτα πιο τρυφερό στον κόσμο

απ’ την καρδιά της πονεμένης μας μητέρας.

Απ’ την ημέρα που άνθρωποι θα αισθανθούν την ανάγκη

να γίνουν απλοί σαν κάτι που δεν γυρεύει λύση

τότε το φως θα αναδύεται από το χώμα

και τα φύλλα των δέντρων.



Το αίμα έχει σχηματίσει μια λίμνη

λίγο πιο πάνω από το μέρος που στεκόμαστε.

Ο μύθος της φυλής αυτής λέει

πως στο βυθό της

κατοικούνε τα ινδάλματα όλων των ανθρώπων.

Όποιος θελήσει να δει τον εαυτό του

δεν έχει παρά να σταθεί

πάνω απ’ την ακίνητη επιφάνειά της.



1946