Ομιλία Μίκη Θεοδωράκη στα εγκαίνια της έκθεσης ζωγραφικής του Μάκη Βαρλάμη στην Λαμία

05.10.2012

Για να γίνει κατανοητό στους πολλούς τι είναι και τι σημαίνει «συμφωνική μουσική», πρέπει να φανταστούμε ένα μεγάλο και περίτεχνο οικοδόμημα του οποίου το μοναδικό υλικό είναι ο μουσικός ήχος.

Όσο πιο αυθεντικά και ωραία είναι τα «υλικά» και όσο πιο στέρεο, περίτεχνο και προ παντός ζωντανό, δηλαδή αποτέλεσμα έμπνευσης, γένεσης και όχι μόνο κατασκευής είναι αυτό το ηχητικό οικοδόμημα, τόσο περισσότερο επηρεάζει τον ψυχικό και πνευματικό κόσμο του ανθρώπου, τον συγκινεί καθώς δονεί ακόμα και τις πιο απόκρυφες χορδές του εσωτερικού του κόσμου.

Και όταν λέω «εσωτερικό κόσμο» τον ξεχωρίζω από τον «λογικό». Δηλαδή για την συμφωνική μουσική δεν θα πρέπει να λειτουργεί το ρήμα «καταλαβαίνω» αλλά «νοιώθω», δηλαδή συλλαμβάνω με τις κεραίες του ψυχικού μου κόσμου μηνύματα μιας υψηλής όσο και πρωτόγνωρης ομορφιάς. Για ποιο λόγο; Ποιο όφελος; Και ποιο αποτέλεσμα; Για τον ίδιο λόγο που συμβαίνει να μας συγκλονίζει το χρώμα του ουρανού όταν δύει ο ήλιος είτε να μας αναστατώνει εκείνο το υπέροχο σκίρτημα του έρωτα.

Με άλλα λόγια το φαινόμενο της Ομορφιάς, η ύπαρξη του Ωραίου αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ζωής του ανθρώπου και η σημασία και η αξία του ξεπερνά τις δυνατότητες της λογικής. Σ’ αυτόν τον κόσμο λοιπόν του υπερλογικού ανήκει και η συμφωνική μουσική. Η οποία δημιουργήθηκε από ανθρώπους (τους μουσικοσυνθέτες) και απευθύνεται σε ανθρώπους. Σε όλους τους ανθρώπους. Και για να σας διευκολύνω να συνειδητοποιήσετε καλλίτερα τι εννοώ με τη φράση «μουσικο-ηχητικό αρχιτεκτόνημα», θυμίζω τον Γκαίτε που παρομοίαζε τον Παρθενώνα με «παγωμένη μουσική»!

Τι είναι όμως εκείνο που μας συγκινεί και μας δονεί όταν ακούμε ένα οποιοδήποτε είδος μουσικής και προ παντός την απόλυτη, τη συμφωνική, αν τύχει και έχουμε φροντίσει να εξοικειωθούμε μαζί της; Κι ακόμα να την ξεχωρίζουμε αυθόρμητα σε όμορφη, άσχημη είτε αδιάφορη;

Σας υπενθυμίζω ότι ο Πυθαγόρας πριν από 2.500 χρόνια και πλέον χαρακτήρισε το περιεχόμενο του απείρου που μας τριγυρίζει σαν μια ηχητική θάλασσα μουσικής με κύριο συστατικό τον ήχο. Και είναι ο πρώτος που πειραματιζόμενος πάνω στον Ήχο ανακάλυψε και κατέγραψε τις μουσικές κλίμακες που ισχύουν ως σήμερα. Οι Πυθαγόρειοι εξ άλλου θεωρούσαν την Αρμονία ως την καθολική αρχή μέσα από την οποία μας αποκαλύπτεται η ουσία της άφαντης ενέργειας και το απόκρυφο νόημα της ύπαρξης και θεωρούσαν τον ήχο με τον άϋλο χαρακτήρα του ως ένα από τα πλέον ιδανικά μέσα για την επανασύνδεση των μύχιων δυνάμεων της ανθρώπινης ψυχικής πνευματικότητας με τα Συμπαντικά αρχέτυπα της δημιουργίας..

Εξ άλλου οι Πυθαγόρειοι είχαν εξερευνήσει και συνδέσει την αρμονική τους θεωρία των πλανητικών σφαιρών με τη Μουσική και με την Ψυχή. Η σχέση Ψυχής και Πλανητών κατ’ αυτούς ανάγεται σε μια ανώτερης μορφής εσωτερική κατάδυση, σε μια αστρική περιπλάνηση, στις ρίζες του όντος. Εκεί όπου η τραγική αγωνία του ανθρώπου μπροστά στην αδυναμία του να συλλάβει με την διανόηση το ασύλληπτο του απείρου μετατρέπεται σε πόνο, από τον οποίο επιδιώκει να απολυτρωθεί με την πνευματική ικεσία και την ψυχική έκσταση. Μ’ αυτόν τον τρόπο η Πυθαγόρεια προοπτική αναγωγής της ψυχής στη σφαίρα της πνευματικότητας καταλήγει στον χώρο της μαγείας.

Έτσι κι εγώ, σαν ένας σύγχρονος νέο-Πυθαγόρειος, προβληματίστηκα πάνω στο θέμα αυτό απ’ τον καιρό της εφηβείας μου, για να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος εκτός από το χάρισμα της λογικής έχει χαραγμένο στα βάθη της ψυχής του το είδωλο της συμπαντικής Αρμονίας που θα έλεγα ότι είναι η ουσία της Ενέργειας, δηλαδή της ίδιας της ζωής, όπως εκδηλώνεται από τν μακρόκοσμο στον μικρόκοσμο, τόσο στα έμβια όντα όσο και στα άψυχα αντικείμενα. Πρόκειται δηλαδή για ένα καταλυτικό συναίσθημα, που συναρπάζει περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο την ανθρώπινη ψυχή, τον εσωτερικό μας κόσμο. Οι μορφές με τις οποίες η Μουσική διεισδύει στον ψυχικό μας κόσμο είναι πολλές, με πρώτη εκείνη του τραγουδιού, δηλαδή μιας απλής μελωδίας. Όταν όμως δεν έχουμε μία αλλά περισσότερες μελωδίες, ρυθμούς, ηχοχρώματα, που καθώς μπλέκονται μεταξύ τους κάτω από την εμπνευσμένη καθοδήγηση του Συνθέτη δημιουργούν όπως είπαμε ηχητικά οικοδομήματα, δηλαδή συμφωνικά έργα, η διείσδυση μπορεί να φτάσει σε πολύ μεγάλο βάθος, ίσως στο βαθύτερο από όλες τις υπόλοιπες μορφές τέχνης.
Το πρόβλημα όμως με τη συμφωνική μουσική είναι ότι απαιτεί σοβαρή εξοικείωση, δεδομένου ότι για τη δημιουργία της είναι αναγκαία η συνεργασία της Τέχνης με την Επιστήμη. Οπότε δεν φτάνει όπως λ.χ. συμβαίνει με το τραγούδι, η ψυχική και συναισθηματική λειτουργία για να την αποδεχθεί, αλλά χρειάζεται και η σύμπραξη της λογικής με την στοιχειώδη έστω γνώση ορισμένων κανόνων, που καθορίζουν το «χτίσιμο» ενός συμφωνικού έργου.

Η παρουσία του ποιητικού λόγου όπως στα ορατόρια, συμπληρώνει έως ένα βαθμό αυτή την αναγκαιότητα. Όμως από μια άλλη πλευρά μάς απομακρύνει από την έκσταση και τη μαγεία του υπερλογικού στοιχείου που βοηθά το έργο τέχνης να σπάσει το φράγμα της λογικής και να φτάσει στην περιοχή του ακατανόητου, του άπειρου, του μυστηριακού και του μαγικού, δηλαδή της πεμπτουσίας του φαινομένου της ζωής.

Στο σημείο αυτό έρχεται η ζωγραφική, με τον όρο ότι θα προσπαθήσει να εκφράσει τα υπερλογικά και τα μεταφυσικά στοιχεία της Μουσικής Συμφωνίας με σχήματα, χρώματα και μορφές σε πλήρη αντιστοιχία μαζί της. Γεγονός που προϋποθέτει πλήρη ψυχική και πνευματική ταύτιση των δύο δημιουργών, συνθέτη και ζωγράφου, ούτως ώστε από το αποτέλεσμα της συνεργασίας τους να προκύψει ένα νέο είδος τέχνης, όπου οι ήχοι να γίνονται χρώματα και τα χρώματα ήχοι. Η αρχιτεκτονική των ήχων και των μελωδιών να ταυτίζεται με την αρχιτεκτονική των χρωμάτων και των σχημάτων. Κι όπου η ενότητα αυτών των δύο στοιχείων να είναι τόσο τέλεια και καταλυτική, ώστε η μυστηριακή διείσδυση του Νέου έργου Τέχνης να γίνεται βαθύτερη, δηλαδή να οδηγεί εάν είναι δυνατόν στις περιοχές της έκστασης, όπως εκείνης των Ελευσινίων Μυστηρίων που αν και δεν τα γνωρίζουμε, τα διαισθανόμαστε και τα  θεωρούμε σαν μια ακρότατη πράξη αυτογνωσίας.
Αναπτύσσοντας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης την θεωρία μου για την Συμπαντική Αρμονία, τελείωνα με τη διαπίστωση ότι η κυριαρχία του δυτικού ορθολογισμού έχει οδηγήσει την ανθρωπότητα στις ακραίες περιοχές της ψυχικής ξηρασίας. Η Κοινωνία του ορθολογισμού μοιάζει με αποξηραμένο δάσος, ένα βήμα πριν μεταβληθεί σε καυσόξυλα. Η δε κυριαρχία του χρήματος και ο έλεγχος των κολοσσιαίων διεθνών Τραπεζών επί της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής των λαών εκτός από το στοιχείο της βίας που τον χαρακτηρίζει, οδηγεί στην αποξήρανση λαών, κοινωνιών και ανθρώπων, που έτσι οδηγούνται σε ψυχικό και πνευματικό μαρασμό, δηλαδή στην απογύμνωση του ανθρώπου από τα πιο σημαντικά και ευγενή του στοιχεία, δηλαδή αυτά ακριβώς που τον διακρίνουν από τα υπόλοιπα δημιουργήματα της φύσης. Με άλλα λόγια σήμερα βιώνουμε το λυκόφως ανθρώπων, κοινωνιών, λαών και εθνών.

Απέναντι σ’ αυτή την ανθρώπινη τραγωδία, σ’ αυτή τη νέα εισβολή του σύγχρονου νεοβαρβαρισμού, το μοναδικό αντίδοτο είναι η Τέχνη, που εκφράζει την ευγενέστερη και υψηλότερη από την άποψη του ανθρωπισμού πλευρά του ανθρώπου.

Στην περίπτωση τη δική μας, του ζωγράφου και του συνθέτη, έρχεται να προστεθεί και ένα επί πλέον καταλυτικό στοιχείο: η ελληνικότητα. Όχι η επιφανειακή αλλά η ουσιαστική. Ουσιαστική από την άποψη ότι επιδιώκει να εκφράσει τα γενετικά στοιχεία αυτού που εννοούμε ως ελληνική ηθική, ψυχική και πνευματική ιδιοσυστασία και καλλιτεχνική παράδοση. Και που όπως θα διαπιστώσετε, τοποθετούνται ως προς την εξέλιξη των μορφών των καλλιτεχνικών μας επιτευγμάτων όπου η ζωγραφική ταυτίζεται με την μουσική, στις πλέον ακραίες περιοχές της σύγχρονης αισθητικής αναζήτησης.
Και δεν νομίζω ότι είναι απλή σύμπτωση ότι το πείραμά μας αυτό έγινε ευθύς αποδεκτό από τον Δήμο Λαμιέων, τον Δήμαρχο, το Δημοτικό Συμβούλιο και τους κατοίκους αυτής της πόλης της φορτωμένης με τόσο βαρειές και συμβολικές μνήμες.

Θα έλεγα ότι το βάρος αυτής της απροσδόκητης επιλογής όχι μόνο απλώς μας βαραίνει αλλά ειλικρινά μας συνθλίβει. Το να πούμε ένα «ευχαριστώ» είναι ελάχιστο μπροστά στην ευγνωμοσύνη που μας πλημμυρίζει.

Σας ευχαριστώ.

Λαμία, 5.10.2012
Μίκης Θεοδωράκης