Συνέντευξη στον Πάνο Γεραμάνη για 4 συναυλίες στο Μέγαρο αφιερωμένες στα 80 του χρόνια

2005

ΗΜ/ΝΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ: 17.07.2014

9.2.2005, Χριστόφορος Σταμπόγλης – Χρ. Λάντσιας
11.2.2005 ΚΟΑ με διάφορα έργα
12.2.2005 Ορχήστρα Χρωμάτων με Καρναβάλι και τραγούδια με Φαραντούρη
14.2.2005 Μουσική δωματίου με Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο – Δεμερτζής
 
 
Στα 1952 βρέθηκα επιτέλους «ελεύθερος» στην Αθήνα. Βάζω εισαγωγικά, γιατί στην πραγματικότητα ήμουν πολίτης β΄ κατηγορίας, γι’ αυτό προσπάθησα να φύγω και να πάω όσο πιο μακριά γινόταν από την χώρα μου. Όταν στα 1954 βρέθηκα στο Παρίσι, είχα την αίσθηση που έχει το πληγωμένο θηρίο που χώνεται στην ασφάλεια της σπηλιάς για να γλείψει τις πληγές του. Οι δικές μου πληγές είχαν ένα όνομα: Μακρόνησος. Ευτυχώς οι συμφωνικοί ήχοι με βοηθούσαν να βγάλω από μέσα μου κραυγές και θρήνους και καγχασμούς. Όλα αυτά θα τα βρει κανείς στα συμφωνικά μου έργα εκείνης της περιόδου. Στο τέρμα αυτής της πορείας ως εκ θαύματος ο Γιάννης Ρίτσος μου στέλνει τον Επιτάφιο που λες και τον περίμενα, γιατί γράφω απνευστί τα οχτώ τραγούδια και ευθύς... λυτρώνομαι από τα φαντάσματα του εμφυλίου. Γίνομαι άλλος άνθρωπος. Και ενώ είχα κατακτήσει μια περίοπτη θέση στον διεθνή χώρο της συμφωνικής μουσικής, γυρίζω την πλάτη και επιστρέφω στον τόπο μου για να αφοσιωθώ στο είδος της μουσικής που με έβγαλε απ’ τα σκοτάδια και μου χάρισε απλόχερα το φως μιας συναρπαστικής επαφής με το ευρύτατο κοινό της πατρίδας μου.

 

Περιττό λοιπόν να μιλήσω για τα τραγούδια που περιέχονται στα προγράμματα του Χριστόφορου Σταμπόγλη (9.2.) και της Μαρίας Φαραντούρη (12.2.). Τόσο για τον έναν όσο και για την άλλη, δεν έχω να πω παρά λόγια θαυμασμού και αγάπης.
 
Στον χώρο της Μουσικής μπήκα γράφοντας τραγούδια. Από το 1937 έως το 1942, τότε που πρωτάκουσα την Ωδή στη Χαρά του Μπετόβεν και αποφάσισα να γίνω συμφωνιστής. Μπήκα στο Ωδείο Αθηνών στα 1943 και πολύ γρήγορα άρχισα να συνθέτω έργα για Μουσική Δωματίου και για Συμφωνική Ορχήστρα. Υπενθυμίζω ότι τα χρόνια εκείνα ήταν δύσκολα. Οι Γερμανοί έφυγαν από την Αθήνα τον Οκτώβριο του 1944 και τον Δεκέμβρη είχαμε την Μάχη του Δεκέμβρη που κράτησε 33 μέρες. Το 1945 και το 1946 υπήρξαν για τους αριστερούς χρόνια διώξεων. Ακολούθησαν για μένα τέσσερις περίοδοι δοκιμασίας. 1947 εξορία στην Ικαρία, 1948 παράνομη δράση στην Αθήνα, 1948-49 και πάλι Ικαρία και τέλος 1949-50 Μακρόνησος.

 

Πρέπει να πω ότι πολύ νέος ασπάσθηκα απόλυτα και ολοκληρωτικά δύο ιδεώδη: την Ελευθερία και τη Μουσική. Για να τα υπηρετήσω αφιέρωσα όλες μου τις δυνάμεις πνευματικές και σωματικές χωρίς δισταγμό και χωρίς όρια. Πρέπει ακόμα να εξηγήσω ότι θεωρούσα την συμφωνική μουσική ως απαραίτητο πολιτιστικό συμπλήρωμα για την νέα κοινωνία που ονειρευόμαστε να φτιάξουμε. Και μπορώ να πω ότι εξακολουθούσα να συνθέτω (μέσα σε πραγματικά απερίγραπτες συνθήκες) χωρίς ανάσα, μήπως και η επικείμενη αλλαγή με έβρισκε ανέτοιμο. Ήθελα να προσφέρω στον καινούριο κόσμο που θα χτίζαμε ένα δικό του Μουσικό Έργο: το συμφωνικό.

 

Θυμάμαι πως έλεγα μέσα μου πως όταν μεθαύριο ο Λαός μας καθήσει στον θρόνο του, το Στέμμα του θα ήταν η Συμφωνική Μουσική. Και δεν με πτοούσε καθόλου το γεγονός ότι οι 999 στους χίλιους συναγωνιστές και συγκρατουμένους μου δεν γνώριζαν ούτε καν την ύπαρξή της.

 

Και όταν στα 1960 και επί είκοσι χρόνια αφιερώθηκα στο ελληνικό τραγούδι και τότε η σκέψη μου ήταν στο πλήρες και ολοκληρωμένο Συμφωνικό – Χορωδιακό Έργο που εξακολουθώ να το θεωρώ ως το μόνο αντάξιο μιας κοινωνίας πλήρως απελευθερωμένης και υπεύθυνης με υψηλό ηθικό, μόρφωση και πολιτιστικό επίπεδο. Εξ ου ο χαρακτηρισμός που έδωσα στη νέα προσπάθειά μου, «έντεχνη – λαϊκή μουσική» της φόρμας «κύκλος τραγουδιών», του Άξιον Εστί, του Πνευματικού Εμβατηρίου, του Canto General, των Χορωδιακών μου Συμφωνιών, του Requiem, του Κατά Σαδδουκαίων, του Ζορμπά και τέλος των Μουσικών Τραγωδιών Μήδεια, Ηλέκτρα, Αντιγόνη και Λυσιστράτη. Με τη διαφορά ότι τώρα επεδίωκα ο «συνομιλητής» μου και αποδέκτης της μουσικής μου να μην είναι μια απειροελάχιστη μειοψηφία αλλά αν είναι δυνατόν η πλειοψηφία του Λαού και ιδιαίτερα του ελληνικου.

 

Σ’ αυτές τις τρεις από τις τέσσερις συναυλίες του Μεγάρου τις αφιερωμένες στο συμφωνικό μου έργο, θα παιχτούν κυρίως έργα αυτής της περιόδου, δηλαδή 1944-1954, μερικά από τα οποία θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά, όπως το Κουαρτέτο εγχόρδων (1946), Το Κοιμητήριο για έγχορδα (1945), ο Ελικών για σόλο πιάνο και κουαρτέτο (1952), οι Τρεις Σπουδές για 2 βιολιά και βιολοντσέλο (1948) και το Σεξτέτο (1947) που περιέχονται στη Συναυλία Μουσικής Δωματίου όπου συμμετέχει βασικά το «Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο» του οποίου εμπνευστής είναι ο Γιώργος Δεμερτζής.
 
Η Ορχήστρα Χρωμάτων με την διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη θα έχει στο δεύτερο μέρος την Μαρία Φαραντούρη. Στο πρώτο θα παίξει την Ελληνική Αποκριά ή Καρναβάλι. Είναι ένα έργο που αγαπούσε ο ιδρυτής της Ορχήστρας Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος το διηύθυνε πολλές φορές και που υπάρχει νομίζω μια θαυμάσια ηχοληψία του που έγινε στην Στοκχόλμη. Άλλωστε όταν αποφάσισα να γράψω το έργο αυτό στα 1947 στην Ικαρία, ο πρώτος που το έμαθε ήταν ο Μάνος. Είχα πρωτακούσει τότε τον Καπετάν Ανδρέα Ζέππο και σκέφθηκα να χρησιμοποιήσω το μουσικό του θέμα. Βρισκόμουν τότε στο μακρινό χωριό Βρακάδες και μέναμε σ’ ένα σπίτι απομονωμένο στην κορυφή του βουνού απ’ όπου βλέπαμε το Αιγαίο με συντροφιά χιλιάδες μαύρους δηλητηριώδεις σκορπιούς. Έγραψα πρώτα ένα μακρύ ποίημα με τον τίτλο «Αναμνήσεις από το Σπίτι με τους Σκορπιούς» και το έστειλα στον Χατζιδάκι αναγγέλλοντάς του ότι η μουσική που πρόκειται να γράψω επάνω σ’ αυτούς τους στίχους θα έχει τον ίδιο τίτλο. Να τι μου απάντησε ο Μάνος: «Μου γράφεις ακόμα και για την σουίτα που γράφεις σε 6 μέρη με τον τίτλο «Το σπίτι με τους σκορπιούς». Τον τίτλο θα τον προτιμούσα σκέτα «Οι Σκορπιοί» σουίτα σε 6 μέρη. Έτσι αφ’ ενός δεν θα θυμίζει σαν τίτλος «Το σπίτι των τριών κοριτσιών» του Μπερζέ και γενικά είναι πολυμεταχειρισμένο, ενώ σκέτα «οι Σκορπιοί» ακούγεται πιο πρωτότυπα. Αλλά το σπουδαιότερο είναι πως δεν δένεσαι με μια σκέτη αναμνησεολογία αλλά σου δίνεται η δυνατότητα να βάλεις μες στο έργο σου μερικές απ’ τις δυνατές σκέψεις που τόσο απλά έχεις δώσει στο πεζό σου. Παράδειγμα «Έπειτα από ένα συγκρατημένο και ήρεμο όνειρο ξύπνησε αντικρύζοντας την καταματωμένη θάλασσα ως τις ρίζες της γης». Πιο κάτω θαυμαστά παραδέχεσαι με τραγική ειρωνία την αναγκαιότητα: «Ίσως να μην γνώριζε πως το πλοίο μας διέσχιζε ήδη το Αιγαίο κι ακόμα πως πριν γεννηθούν οι μητέρες μας είχε αποφασιστεί ο ερχομός μας εδώ ψηλά». Ακόμη να δίδεις μ’ ένα μοτίβο τη φράση σου «θάρθει και για σένα η όμορφη εποχή» κάτι σαν αισιόδοξη έμμονη ιδέα, που να επαναλαμβάνεται συχνά και να δημιουργεί αντίθεση στην ολότελα στοχαστική του διάσταση. Βάλε σαν βάθρο την ιδέα έτσι όπως την λες: «Προ πάντων όμως η φροντίδα του από αιώνες ήταν αυτός ο ατέλειωτος και ανώφελος αγώνας που γίνεται μέσα του ανάμεσα σ’ ό,τι υπήρχε και σ’ ό,τι ήρθε». Και σαν κατακλείδα να κατασταλάξεις στις πιο δυνατές στιγμές σου. «Όσο κι αν θέλω να το ξεφύγω, είμαι παιδί των στοχασμών του, είμαι αδερφός των σκορπιών του. Είμαι σκορπιός. Δεν ανέχεται μέσα μου αυτό που υπάρχει εκείνο που έρχεται. Πώς θέλετε ν’ αρνηθώ την γενιά μου...». Είναι θαύμα και όσο για την ιδέα σου να βάλεις τον «Καπετάν Αντρέα Ζέππο» στην αρχή κυριολεκτικά μ’ ενθουσίασε. Πάντως γράψε μου αν με κατάλαβες στ’ απάνω κι αν συμφωνείς με τις υποδείξεις μου για την σουίτα σου. Απ’ τη μια δεν πρέπει ν’ αφήσεις ανεκμετάλλευτο το ταλέντο σου κι από την άλλη δεν πρέπει να περιορίσεις τις δυνατότητες της θαυμαστής αρχικής σου ιδέας για την σουίτα των Σκορπιών».


Τα υλικά του έργου αυτού ταλαιπωρήθηκαν καθώς τα κουβαλούσα μαζί μου σε όλη αυτή την Οδύσσεια, ώσπου αργότερα έγιναν η βάση για να γράψω τη μουσική του ομώνυμου Μπαλέτου που πρωτοπαρουσιάστηκε με το Ελληνικό Χορόδραμα μαζί με τις Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές και τον Καραγκιόζη του Χατζιδάκι στην Όπερα της Ρώμης το 1954 με τον Ανδρέα Παρίδη στο πόντιουμ της Ορχήστρας.

 

Η συναυλία της ΚΟΑ περιλαμβάνει τα έργα Οιδίπους Τύραννος (1947-48, Παρανομία), Έρως και Θάνατος (1948, Δάφνη Ικαρίας, Δεύτερη εξορία), Το πανηγύρι της Αση-Γωνιάς που το «πάλευα» σε όλη αυτή την περίοδο δίνοντάς του διάφορες μορφές (1946-1950) έως ότου παίχτηκε στην τελική του μορφή στις 7 Μαϊου του 1950 από την ΚΟΑ στο Θέατρο Παλλάς, με διευθυντή τον Δάσκαλό μου Φιλοκτήτη Οικονομίδη. Ήταν το βάπτισμα του πυρός. Επιτέλους βεβαιώθηκα ότι οι νότες που έγραφα με την φαντασία μου, χωρίς πιάνο όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια δεν ήσαν ... φαντάσματα! Γιατί στο βάθος είχα πάντα κι αυτόν τον φόβο, δεδομένου ότι οι συνθέσεις μου ήσαν μονάχα νότες επάνω στα πεντάγραμμα, χωρίς να έχω τη δυνατότητα να τις ακούσω να παίζονται, ώστε να βεβαιωθώ γι’ αυτά που γράφω!


Τι να πω για την Πρώτη Συμφωνία, το μείζον αυτό έργο της περιόδου εκείνης; Πρώτα απ’ όλα ότι είναι αφιερωμένο συμβολικά σε δύο φίλους μου που χάθηκαν τον ίδιο καιρό –καλοκαίρι του 1948- ο ένας εκτελεσμένος στο Γουδί κι ο άλλος ανθυπολοχαγός του Εθνικού Στρατού που τον διέλυσε κυριολεκτικά μια νάρκη. Ήσαν και οι δύο παιδιά 22-23 ετών. Βρισκόμουν στην Δάφνη της Ικαρίας όταν έμαθα τα μαντάτα και συγκλονίστηκα. Έγραψα πρώτα το «Ελεγείο και Θρήνος στον Βασίλη Ζάννο» που παίχτηκε στα 1953 από την ΚΟΑ και πάλι με τον Οικονομίδη. Στη συνέχεια αποφάσισα να «χτίσω» ένα μεγάλο ηχητικό έργο στη μνήμη του Ζάννου καθώς και του Μάκη Καρλή που ο τάφος του στην Τρίπολη είναι κενός... Έτσι άρχισα να σχεδιάζω τη Συμφωνία αρχικά επάνω σε υλικά του «Ελεγείου. Τέλη του ’48 μας πήραν από την Ικαρία για να μας πάνε στην Μακρόνησο. Είχαμε δικαίωμα να πάρουμε μαζί μας ελάχιστα πράγματα. Εγώ πήρα τις νότες μου. Εκεί στην Μακρόνησο μόλις φτάσαμε, πέσαμε πάνω σε μια πρωτοφανή θύελλα που σάρωσε τα πάντα. Σκηνές, ρούχα και φυσικά τις νότες μου που καρφώθηκαν στα συρματοπλέγματα. Ξαναρχίζω τη σύνθεση αυτή τη φορά μέσα στη Σκηνή. Στις 26 Μαρτίου 1949 μας παίρνουν πάλι για «αναμόρφωση», για να μας «κάνουν Έλληνες» όπως μας έλεγαν. Έπρεπε να βαδίσουμε για δυο ώρες περίπου στο μονοπάτι πλάι στη θάλασσα που θα μας πήγαινε από το Δ΄ στο Α΄ Τάγμα, όπου μας περίμεναν τα «Συνεργεία Ξυλοδαρτικής», καμμιά πεντακοσαριά Αλφαμίτες με μπαμπού και με ρόπαλα. Μας είπαν και πάλι να πάρουμε μαζί μας τα απαραίτητα κι εγώ φορτώθηκα τις νότες μου. Πλησιάζοντας στο Α΄ Τάγμα άρχισαν να μας κυνηγούν, οπότε κουρασμένος πέταξα το δέμα στη θάλασσα. Αμέσως ο σφοδρός άνεμος πήρε τις νότες και τις ανέμιζε προς την κατεύθυνση του Αιγαίου.


Όμως η μουσική είχε μείνει καρφωμένη στο μυαλό μου κι έτσι για τρίτη φορά κατόρθωσα να ολοκληρώσω το έργο που θα ακουστεί.
 
2-4 Φεβρουαρίου 2005