Συνέντευξη στον «Ταχυδρόμο» (Νατάσα Μπαστέα)

2005

ΗΜ/ΝΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ: 15.07.2014

(Δημοσιεύθηκε Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2005)
 
«Η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο», μου είχε πει πριν μερικά χρόνια ο διάσημος συγγραφέας Σαλμάν Ρούσντι. «Αλλάζει τον αναγνώστη, τον θεατή, τον ακροατή». Μια μεγάλη γιορτή είναι το 2005, προς τιμήν του Μίκη Θεοδωράκη που συμπληρώνει φέτος τα 80 του χρόνια. Και ο τρυφερός απολογισμός εκτός από τραγούδια, χρώματα και μνήμες περιέχει και μια σημαντική διαπίστωση. Η μουσική του μπορεί να μην άλλαξε τον κόσμο. Άλλαξε όμως, τον καθένα μας ξεχωριστά.


Η φωνή του Γρηγόρη  Μπιθικώτση ακούγεται δυνατή και μελωδική στον πευκόφυτο δρόμο. Αυτό, αναμφισβήτητα είναι το σπίτι του Μίκη Θεοδωράκη. Στο, επενδυμένο με ξύλο γραφείο, ο μεγάλος συνθέτης περιβάλλεται από βιβλία, ζωγραφιές και μουσικές αγαπημένες. Μια μικρή μελαγχολία δίνει τη θέση της σε έναν εφηβικό ενθουσιασμό όταν οι μνήμες και οι εικόνες έρχονται να καθήσουν μαζί μας. Λίγο να ξύσεις την επιφάνεια τα μάτια του γυαλίζουν, η φωνή του δυναμώνει, το πάθος ξεχειλίζει, είναι έτοιμος λες, για άλλη μια φορά, να προσπαθήσει να τα αλλάξει όλα, να πέσει με ενθουσιασμό στην μάχη, στην πολιτική, στον έρωτα στο τραγούδι. Χωρίς δεύτερη σκέψη...
 


1.- Προσπαθήσατε ποτέ να βάλετε μέτρο σε όσα κάνετε;


Μ.Θ. «Όχι. Γιατί εκεί ήταν η ουσία, όταν περνούσα το μέτρο. Εκεί αισθανόμουν μέθη. 'Οπως ένας μοτοσικλετιστής ο οποίος είναι γυμνός επάνω σε μια μοτοσικλέτα και ξαφνικά από 80 χλμ. πηγαίνει στα 150 χλμ. Αυτή καθαυτή η υπέρβαση, το επιπλέον, είναι που κάνει τον αναβάτη να μη φοβάται και τον θάνατο ακόμα. Οι ωραιότερες στιγμές της ζωής μου είναι στην υπερβολή, όταν υπερβαίνω τα όρια, όταν μεθώ. Μικρός μεθούσα με το παιχνίδι, βασικά. Δηλαδή, δεν υπήρχε παιδί που να έπαιζε τόσο πολύ. Σχεδόν λιποθυμούσα. Η κατάληξη ήταν, όταν ήμουν σε μικρή ηλικία, στο Δημοτικό κυρίως, κάθε βράδυ να γυρίζω τόσο καταβεβλημένος, τόσο πληγωμένος και ματωμένος, που οι γονείς μου να φοβούνται μην σκοτωθώ. Για να με φοβίσει λίγο, ο πατέρας μου με περίμενε με μία ζώνη. Εγώ φοβόμουν, έμπαινα μέσα στα αίματα. Έτρωγα το ξύλο μου και κατόπιν η μητέρα μου με έπλενε και ο πατέρας μου κάθε βράδυ είχε ένα κασελάκι και καθόταν με όλα τα χρειώδη φάρμακα και με περιποιόταν. Είχα μονίμως για 10 χρόνια πληγές στα πόδια και στα χέρια. Αλλά ήμουν απτόητος. Αυτή λοιπόν την τάση την είχα από μικρός για κάθε τι που μου άρεσε. Όπως στη μουσική. Διότι επειδή μου άρεσε πολύ δεν είχα όρια. Μπορούσα να δουλέψω μέχρι εξαντλήσεως, να κοιμηθώ επάνω στο τραπέζι. Χρόνια ολόκληρα. Αυτό είναι στοιχείο του χαρακτήρα μου».


2.- Η Λόρι Άντερσον λέει «η αγαπημένη μου τέχνη είναι να καταλάβω γιατί βρίσκομαι εδώ». Αν σας ρωτούσα εσάς;


Μ.Θ. «Σ’ αυτή τη ζωή τη δύσκολη - διότι η ύπαρξη είναι πάρα πολύ δύσκολη - αν θέσουμε το ερώτημα τι κάνουμε εδώ στη γη, μπορεί να συντριβούμε κάτω από την απάντηση. Εμένα μου αρέσει η ζωή. Ξεκίνησα με καλές εντυπώσεις γιατί έζησα τα παιδικά μου χρόνια σε ένα πολύ ωραίο περιβάλλον, στη Μυτιλήνη απέναντι στη Μικρά Ασία. Έξω από τη Μυτιλήνη υπήρχε ένα προάστιο που λεγόταν Βαριά, πάνω στη θάλασσα. Οι γονείς μου ήταν νέοι, ζούσαν μια ωραία ζωή. Είχαμε γραμμόφωνο κι έβαζα εγώ το τσάρλεστον κι όλο το βράδι χορεύανε τα ζευγάρια. Ήμουν το μοναδικό παιδί. Όλη αυτή η ατμόσφαιρα της χαράς, του πανηγυριού, νόμιζα ότι έτσι είναι η ζωή. Μετά πηγαίναμε στη θάλασσα όλη τη μέρα, κάναμε εκδρομές, τρώγαμε όλοι μαζί. Αυτά μου έμειναν. Ήταν όμορφη η φύση, πολλά λουλούδια, η θάλασσα είχε το ωραιότερο μπλε που έχει υπάρξει ποτέ. Τα πλοία περνούσαν, το «Αλμπέρτα», ένα άσπρο πλοίο της γραμμής, ήταν μαγικό για μένα, γι’ αυτό αγάπησα πολύ τη θάλασσα. Όλα αυτά μου άρεσαν πολύ».


3.- Την χαρά την κουβαλάτε ακόμα; Την κουβαλούσατε;


Μ.Θ. «Ναι, μου αρέσουν τα χρώματα, μου αρέσει η θάλασσα πάρα πολύ. Τα καλοκαίρια κοιμόμασταν έξω, στρωματσάδα, κάτω από τα δέντρα και τον ουρανό και το πρωί ξυπνάγαμε και πηγαίναμε στη θάλασσα κατευθείαν. Εκεί λοιπόν ο πατέρας μου άρχισε να μου κάνει το μάθημα του χάρτη του ουρανού, διάβαζε αστρονομία. Μου είπε ότι είμαι κι εγώ ένα μέρος από αυτά τα ουράνια σώματα. Νόμιζα ότι αυτή είναι η ζωή. Δηλαδή είναι σε ένα μέρος το οποίο δεν ήταν πολύ μακρινό, ήταν πολύ κοντά.


Και τότε ενδομύχως όταν έγραψα τα πρώτα τραγούδια μου αισθάνθηκα ότι κάθε τραγούδι είναι ένα αστέρι. Σκέφτηκα ότι θέλω κι εγώ να φτιάξω ένα στερέωμα. Και λέω πώς θα κάνω αστερισμούς; Άρχισα από τότε να συνδέω τα έργα μου, το ένα με το άλλο ώστε να αποτελούν συμπλέγματα αστερισμών. Δηλαδή έγραφα ένα έργο, μετά ένα τραγούδι, μετά έγραφα μια συμφωνία, ένα κοντσέρτο. Έπαιρνα πάντα μια μελωδία από το τραγούδι αυτό και το έβαζα μέσα στο κοντσέρτο και ει δυνατόν έντονα. Έτσι ένωσα όλα μου τα μουσικά κομμάτια. Έχω ενώσει από τρία μέχρι 20 τραγούδια μου σε ένα έργο μαζί. Έφτιαξα έτσι τον δικό μου γαλαξία. Όλα μου τα έργα ενωμένα μεταξύ τους. Όταν κατάλαβα ότι τα δικά μου αστέρια ήταν τα τραγούδια, έγινα κι εγώ ένας μικρός Θεός. Είναι μυστικές αυτές οι διαδρομές. Και ηθελημένες, δεν έγιναν τυχαία. Λειτούργησα ως αστεροποιός. Εδώ είναι οι αστερισμοί μου, οι γαλαξίες και εκεί είναι οι κύκλοι τραγουδιών. Και μέσα είναι όλοι οι ποιητές από Αισχύλο μέχρι Παπαδόπουλο. Ξεκινάμε από τα παιδικά τραγούδια και φτάνουμε μέχρι αυτό που θα κάνω στο μέλλον, που θα λέγεται «Ερημιά», το τελευταίο μου έργο, που είναι ήδη γραμμένο».


4.- Πότε θα κυκλοφορήσει;


Μ.Θ. «Κάποτε θα το κάνω με κάποιον τραγουδιστή. Έτοιμο είναι. Ο τελευταίος μου δίσκος θα είναι, δεν κάνω παραπάνω. Λέγεται «Ερημιά» γιατί υπάρχει μια ερημιά. Ερημιά διότι αποκόβεσαι από την πραγματικότητα. Δεν μπορείς να συνεχίσεις τους ίδιους ρυθμούς. Δεν μπορώ τώρα να χορεύω ή να πηγαίνω στα κέντρα. Θα ήθελα πάρα πολύ τώρα να πάω σε μια καφετέρια με τα νέα παιδιά και τα νέα κορίτσια. Αλλά τα παιδιά ενοχλούνται από τους μεγάλους, δεν θέλουν».


5.- Πως τα βλέπετε τα παιδιά;


Μ.Θ. «Τα χαίρομαι πάρα πολύ. Διότι έχουν κάτι το οποίο δεν είχαμε εμείς - ελευθερία. Είναι πολύ ευτυχισμένα τα παιδιά από την άποψη αυτή, πάρα πολύ. Φαντάσου, να βάζεις την κοπέλα σου πίσω σε μια μοτοσικλέτα και να πηγαίνεις όπου θέλεις, ή να μπαίνεις μέσα σε ένα ferry boat και να πηγαίνεις σε ένα νησί μαζί της. Εγώ όλη τη ζωή μου την πέρασα απέναντι από εδώ, στο λόφο, σε ένα πεύκο. Εκείνη την εποχή πηγαίναμε τα ζευγάρια και το μόνο που είχαμε καταφέρει είναι να έχουμε ένα πεύκο. Ήταν πιασμένο. Όταν λείπαμε εμείς και κάποιο ζευγάρι ρώταγε «Ελεύθερο;» τους απαντούσαν οι άλλοι «Όχι, πιασμένο». Καθόμασταν και περιμέναμε να νυχτώσει για να φιλήσουμε απλώς την κοπέλα. Αυτό ήταν».


6.- Αυτό το σύμπαν που φτιάξατε από τι νόμους διέπεται;


Μ.Θ. «Της παγκόσμιας αρμονίας. Έπρεπε να δω τι συμβαίνει και βρήκα ότι όλες αυτές οι ομορφιές ξεκινούν κατ’ αρχήν από την αγάπη που είναι ο συνδετικός ιστός της αρμονίας. Η αγάπη συνδέει τους ανθρώπους, το μίσος τους χωρίζει. Η αγάπη δεν είναι απλώς θέμα κοινωνικό ή ανθρώπινο, είναι βιολογικό, χημικό. Γι’ αυτό νομίζω η μεγαλύτερη λέξη που είπε ποτέ ο άνθρωπος, ήταν ο Χριστός, που είπε «αγάπη». Τελικά εγώ έτσι τον έλαβα τον μαρξισμό, σαν μια θεωρία κοινωνικά εφαρμόσιμης αγάπης. Ο Χριστός τα είπε έτσι, με την καλή διάθεση του καθενός και του κλήρου, όμως ο Μαρξ σου λέει θα την εφαρμόσουμε με αυτόν και με αυτόν τον τρόπο. Δηλαδή ήταν ένας Χριστιανός κοινωνικός.


Φυσικά, μετά ήρθε η απογοήτευση διότι απογοητεύτηκα όταν έγινα έφηβος και έφυγα από την επιρροή της βαρύτητας της αγάπης της οικογένειάς μου. Όταν μπήκα στην κοινωνία κατάλαβα ότι είναι ζούγκλα. Και φοβήθηκα. Φοβήθηκα πάρα πολύ τους ανθρώπους και αυτό με βοήθησε τότε να αναδιπλωθώ. Δηλαδή έμενα κλεισμένος μέσα στο σπίτι μου πολύ καιρό, σε ηλικία 13 ετών. Και εκεί κλεισμένος ανακάλυψα μόνος μου την μουσική. Είχα ένα βιολί, μια κιθάρα, κι άρχισα να γράφω τα πρώτα μου τραγούδια, να κάνω το δικό μου σύμπαν δηλαδή. Και βρήκα σ' αυτό πολύ μεγάλη ευφροσύνη. Αλλά δεν ήθελα καθόλου τον κόσμο. Στα 14-15 η μοναξιά μου ήταν απόλυτη. Δεν ήθελα να δω ούτε την οικογένεια μου. Είχαμε ένα μεγάλο σπίτι στην Τρίπολη και έμενα κλεισμένος στο δωμάτιό μου. Μου έβαζε η θεία μου το φαϊ κάτω από την πόρτα. Ήθελα να είμαι τελείως μόνος. Και έμεινα 2-3 μήνες έτσι. Μετέφραζα, έγραφα, συνέθετα. Ήμουν περίεργος άνθρωπος. Μετά πήγα πάλι σχολείο, ήρθε ο πόλεμος που μου έδωσε την ευκαιρία να βγω από το καβούκι μου, επειδή είχα μέσα μου και τις διδαχές του πατέρα μου που λόγω της κρητικής του καταγωγής μιλούσε για πολέμους, για επαναστάσεις. Κι αυτός μικρός, όταν ήταν 16 χρονών πήγε και πολέμησε τους Τούρκους στο Μπιζάνι. Έχει γράψει ένα ημερολόγιο πολέμου το οποίο το διαβάζω και είναι το Ευαγγέλιο μου. Όταν ήρθε ο πόλεμος, λοιπόν, εγώ μπήκα σε άλλο λούκι. Έφυγα από τη μουσική, στράφηκα στην πατρίδα. Μπήκα σε ένα τρένο για να πάω στην Αλβανία, ήμουν 15 χρόνων. Με χάσανε εκεί, έδωσε εντολή ο πατέρας μου, ήταν Διοικητής της Νομαρχίας, με συνέλαβαν στο τρένο μέσα, με γύρισαν πίσω. Ξεκίνησα να πάω στο βουνό, πήγα στο βουνό, μετά μπήκα στην Αντίσταση. Έκανα τα πάντα».


7.- Η σχέση σας με το φόβο;


Μ.Θ. «Αυτή την αίσθηση την οποία μου έδινε η μουσική δεν μπορούσα να την αποκτήσω με άλλο τρόπο παρά μόνο με την περιφρόνηση του θανάτου. Έκανα τα πάντα για να προκαλώ το θάνατο. Είχα βγάλει τη φήμη πλέον ότι έμπαινα μέσα σ' όλα. Δεκατρείς μέρες πολέμησα στα Δεκεμβριανά. Έτρεχα μέσα στη μάχη συνεχώς. Δεν με βρήκε σφαίρα, δεν με ήθελε ο θάνατος. Όταν αψηφάς το θάνατο δε σε θέλει κιόλας. Ήταν τρόπος ζωής. Έτσι και με τη μουσική. Η μουσική μου περνούσε τα όρια. Μ' αυτήν κέρδιζα το θάνατο του σώματος μου, πέθαινε το σώμα και ζούσε η ψυχή. Ήμουν μια ψυχή. Δηλαδή είχα νικήσει πάλι το θάνατο. Όμως έχω φόβο και είχα πάντα. Για το σκοτάδι. Δεν το μπορώ. Δεν είναι κάτι που μπορώ να το αντιμετωπίσω. Η φαντασία μου μέσα το σκοτάδι οργιάζει. Ακόμα και τώρα που είμαι μεγάλος δεν μπορώ να μείνω σε ένα σκοτεινό δωμάτιο χωρίς να είναι άλλος μαζί. Θα δω αμέσως με τη φαντασία μου κάποιον από πίσω. Η φαντασία μου γεννάει ένα τέρας που με παρακολουθεί».


8.- Αυτό δεν είναι ίσως λογικό έπειτα από τόσα χρόνια κυνηγητού;


Μ.Θ. «Όχι. Οι άνθρωποι δε με φοβίζουν. Φοβήθηκα το πλάσμα της φαντασίας μου, αυτό το τέρας που θα εμφανιστεί αν κλείσω το φως. Το μόνο που φοβάμαι. Τα άλλα δεν τα φοβάμαι. Αφού θυμάμαι ότι στα Δεκεμβριανά μια φορά ήμασταν σε μια ταράτσα και γύρω εμαίνετο η μάχη. Μπορούσα να μπω σε ένα καμαράκι μέσα να προφυλαχτώ. Όμως προτιμούσα να είμαι έξω, μέσα στις σφαίρες, γιατί είχε φωτοβολίδες. Πάντα ζούσα με τα φαντάσματα μου. Ίσως αυτό έκανε πιο εύκολη τη ζωή μου. Δηλαδή πάντα είχα μια άλλη πραγματικότητα. Πάντα. Με βοήθησε πολύ αυτό. Η μουσική μου έδωσε μεγάλη δύναμη να φτιάξω μια πραγματικότητα. Όταν πια μπήκα στην πολιτική, στον αγώνα, έπρεπε να δικαιολογήσω αυτά που έκανα γιατί θα έχανα πολύ χρόνο, θα τον έκλεβα από τη μουσική. Η ελευθέρωση της Ελλάδας, ήταν ένα ωραίο ιδανικό. Μετά έφυγε η Ελλάδα, ήταν πλέον η κοινωνία της Ελλάδας».


9.- Δεν αισθάνεστε ότι η μουσική σας αρκούσε; Γιατί έπρεπε να κάνετε και κάτι παραπάνω;


Μ.Θ. «Τη μουσική την κάνεις για ελεύθερους ανθρώπους, χορτάτους ανθρώπους. Κάποιος που πεινάει δεν μπορεί να ακούσει τη μουσική. Ένας άνθρωπος που είναι σκυμμένος δεν μπορεί να ακούσει τη μουσική. Δεν υπάρχει τέχνη για δούλους, ούτε τέχνη για ανθρώπους που είναι εξαθλιωμένοι. Έπρεπε λοιπόν να βοηθήσω να ελευθερωθούν, να φάνε, να πιούνε, να είναι ελεύθεροι για να γίνει και το έργο μου αγαπητό».


10.- Ο Θανάσης Γκαϊφίλιας έχει πει ότι «ο Θεοδωράκης έκανε τους οικοδόμους στα γιαπιά τη δεκαετία του '60 να τραγουδάνε μεγάλους ποιητές». Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι αντίστοιχο, παγκοσμίως...


Μ.Θ. «Δεν δεχόμουν την πατρίδα μου υποανάπτυκτη όσον αφορά την έντεχνη μουσική, η οποία για μένα είναι το αριστούργημα της ευρωπαϊκής σκέψης. Οι Ευρωπαίοι δεχτήκανε την Ελλάδα και το μόνο που φτιάξανε ήταν ο δυτικός ήχος. Και ήταν καταπληκτικό. Γιατί να μην το πάρουμε; Αυτοί μας πήραν το θέατρο, μας πήραν τον αθλητισμό, μας πήραν το χορό, τα πάντα. Να πάρουμε κι εμείς αυτό. Ο συμφωνικός ήχος δεν περνούσε ακόμα στον ελληνικό λαό γιατί δεν έχει τις ίδιες εμπειρίες. Έτσι θέλησα με το έντεχνο, αυτά τα τραγούδια τα λαϊκά να τα κλειδώσω και να τους βάλω ένα περικάλυμμα για να γίνουν διαχρονικά. Το διαχρονικό έχει δυο στοιχεία - το περιεχόμενό του και την θωράκιση, την εμφάνιση, τη φόρμα του. Γι’ αυτό ο κόσμος εξοικειώθηκε αμέσως. Έκανα κύκλους τραγουδιών για πρώτη φορά. Με τον πρώτο στίχο ας πούμε του Ρίτσου και την πρώτη φόρμα άρχισε ο κόσμος να εθίζεται. Και προχώρησα σε άλλη φόρμα, το λαϊκό ορατόριο, το «Άξιον εστί», τη λαϊκή τραγωδία, «Το τραγούδι του νεκρού αδερφού». Η φόρμα του «Άξιον εστί» έφερνε μαζί της και ορισμένα νέα στοιχεία, έφερε τη συμφωνική ορχήστρα, τη χορωδία, τον έντεχνο τραγουδιστή, την ενορχήστρωση. Όλα αυτά ήταν καινούργια. Αλλά τα έκανα αυτά κατ’ εικόνα και ομοίωση του λαού, δεν τα έκανα σε συνομιλία με έναν πρίγκιπα όπως έκανε ο Μπετόβεν. Το έκανα με τον λαό. Καταλάβατε; Αυτό ήταν το μεγάλο κέρδος».


11.- Τι είναι αυτό που κάνει τη μουσική τόσο ξεχωριστή στη ζωή μας;


Μ.Θ. «Μιλάει άμεσα. Δεν μεσολαβεί τίποτε άλλο, ούτε η γνώση, ούτε το λογικό, η μόρφωση, τίποτα. Πάει από ψυχή σε ψυχή. Είναι τροφή της ψυχής. Είναι πολύ άμεσο αυτό. Αν το σκεφτούμε έτσι, είναι η μόνη υπερλογική καθαρά τέχνη».


12.- Αυτό που λέμε «έμπνευση» όμως, από πού έρχεται;


Μ.Θ. «Είναι μία ανάγκη αυτό το οποίο έχεις μέσα σου να βγει προς τα έξω. Οι συνθήκες της γένεσης, πού θα βρίσκεσαι ή αν είσαι σε ευχάριστη διάθεση, παίζουν κάποιο ρόλο, όχι πολύ σημαντικό όμως. Για μένα δεν παίζει κανένα ρόλο. Τα συναισθήματά μου αυτά ίσως ασυναίσθητα να διαμορφώνουν αυτό που υπάρχει μέσα μου. Δηλαδή αν αυτό το πράγμα είναι μία δεξαμενή νερού, πρέπει κάπου-κάπου να βγαίνει το νερό. Το νερό δημιουργείται μέσα σου οπωσδήποτε και ίσως χρωματίζεται από συναισθήματα - από τα συγκλονιστικά, όμως. Ο κάθε συνθέτης την ώρα που βγάζει το νερό του έξω, ανάλογα με την παιδεία του, έχει διάφορα χρωματιστά μπουκαλάκια και το βάζει εκεί, λέγοντας: «Τι είναι αυτό; Σονάτα. Το άλλο εκεί είναι φούγκα. Ο λαϊκός τραγουδιστής δεν είχε μπουκαλάκι, είχε γούρνα και πήγαινε ο λαός και έπινε λαϊκό τραγούδι. Αυτή ήταν η φόρμα. Κι εγώ μέθυσα με τα μπουκαλάκια όταν ήμουν 15 χρονών κι έγραφα συμφωνικά έργα κλπ. και μια μέρα που άκουσα λαϊκά τραγούδια λέω, «Τα σταματάμε αυτά». Και άνοιξα γούρνα για να έρθει ο κόσμος να πιει. Αυτή είναι η διαφορά».


13.- Υπάρχουν κάποιες εικόνες που κυριαρχούν μέσα σας;


Μ.Θ. «Έχω ζήσει συγκλονιστικά πράγματα. Η μάχη είναι εμπειρία φοβερή. Συγκλονιστική στιγμή ήταν η απελευθέρωση από τους Γερμανούς, ήμασταν στον Άγνωστο Στρατιώτη, αγκαλιάζαμε τη γη. Ένα μήνα γυρίζαμε και φωνάζαμε. Το συγκλονιστικότερο ήταν η Μακρόνησος. Διότι ήταν η άρνηση του ανθρώπου, εκεί που πέθανε ο άνθρωπος, που χάθηκε. Ε λοιπόν, είναι δύσκολο να ζεις χωρίς άνθρωπο. Χωρίς θεό, χωρίς άνθρωπο, τίποτα. Έρημος. Φανταστείτε τους ήχους. Τα βασανιστήρια γινόντουσαν από 500 ανθρώπους πάνω σε 500 ανθρώπους. Ήταν 1.000 άνθρωποι και οι μισοί χτυπάγανε τους άλλους μισούς. Και σφάδαζαν όλοι. Αυτός ο ήχος, θυμάμαι, ήταν 26 Μαρτίου του ’49, και ο ήχος του ανέμου και της θάλασσας μπερδευόταν με τον ήχο 1.000 ανθρώπων. Άλλοι να ουρλιάζουν, άλλοι να χτυπούν - αυτός ο ήχος σε τρελαίνει, σε κυνηγάει. Εγώ σαν συνθέτης αυτό το πράγμα έπρεπε να το βγάλω. Με τραγούδι; Δεν μπορούσα. Είχα λοιπόν όλον τον εξοπλισμό από τους συμφωνικούς ήχους και πήγα στο Παρίσι και κάθισα 5 χρόνια εκεί και έβγαλα αυτούς τους βρυχηθμούς και έγραψα τα συμφωνικά μου έργα του Παρισιού. Και μόλις τα έβγαλα, τελείωσε, κι άρχισα αμέσως τον «Επιτάφιο» που ήρθε σαν λύτρωση. Κι έτσι, ελευθερώθηκα και γύρισα για να καθήσω 20 χρόνια στην Ελλάδα, στο τραγούδι. Ήμουν ελεύθερος πλέον να το κάνω αυτό. Το Παρίσι ήταν μια καλή συγκυρία, μια σπηλιά πολύ μακριά απ’ την Ελλάδα όπου τότε ήμουν πολίτης τρίτης κατηγορίας. Πήγα λοιπόν στη σπηλιά, σε ένα δωμάτιο, με τη γυναίκα μου σαν ένα θηρίο που θέλει να γλύψει τις πληγές του και κατάφερα και τις έκλεισα. Η Ευρώπη ήταν η θεραπεία μου. Όλα τα έβλεπα αφ’ υψηλού. Άλλα πράγματα μ’ ενδιέφεραν. Έπρεπε να λυτρωθώ από τα φαντάσματα μέσα μου».

 

14.- Η πολλή ευτυχία αντέχεται;
 
Μ.Θ. « Όχι. Όπως και η ομορφιά. Όταν πρωτομετακόμισα σ' αυτό το σπίτι, ήταν για μένα οδυνηρό να βλέπω κάθε μέρα την Ακρόπολη. Τη συνήθισα σιγά-σιγά. Μου πήρε καιρό. Τα μεγάλα συναισθήματα είναι δύσκολα».