Συνέντευξη στα «Νέα» (Πάνος Γεραμάνης)

2005

ΗΜ/ΝΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ: 15.07.2014

1.- Πώς νοιώθει σήμερα στα 80 χρόνια του ο Μίκης Θεοδωράκης ως μουσικός και ως άνθρωπος; Αυτό το πολύπλευρο και μεγαλόπνοο έργο του έχει βρει την πρέπουσα ανταπόκριση και την ουσιαστική αφομοίωσή του από τις μάζες;
 
Μ.Θ.
Σε σχέση με ό,τι έγινε ως τώρα, δεν μπορεί παρά να είμαι ικανοποιημένος. Και για τους στόχους μου ως πολίτη και για την απήχηση του έργου μου ως συνθέτη. Σε σχέση όμως με ό,τι θα μπορούσε και θα έπρεπε (κατά τη γνώμη μου) να γίνει, νοιώθω μέσα μου έναν βαθύ πόνο, πίκρα και απογοήτευση. Γιατί βιώνοντας από κοντά τις προσπάθειες και τις θυσίες του ελληνικού λαού στα τελευταία 60 χρόνια, πιστεύω ότι δώσαμε πολλαπλάσια απ’ όσα τελικά αξιωθήκαμε να έχουμε. Ενώ κι εγώ ως συνθέτης παρήγαγα έργο επίσης πολλαπλάσιο απ’ αυτό που μπόρεσε (ή που άφησαν...) να φτάσει ως το πλατύ ελληνικό κοινό. Πάντως τελικά πρέπει να πω ότι νοιώθω όμορφα, γιατί το κύριο, δηλαδή η σχέση μου με τους έλληνες είναι βαθειά και ουσιαστική. Τουλάχιστον μου αναγνωρίζουν τις ... καλές μου προθέσεις, ακόμα και όταν με τις επιλογές μου στεναχωρούσα κατά καιρούς μερικούς...
 
2.- Από τα παιδικά σου χρόνια μέχρι σήμερα έχεις ζήσει πολυτάραχες περιόδους με συγκλονιστικά γεγονότα. Πώς κατόρθωνες πάντα με τρόπο μοναδικό και αληθινό να συνδυάζεις τις ιδιότητες του μουσικού, του αγωνιστή, του πολιτικού και γενικώς του κοινωνού προς τις μάζες;
 
Μ.Θ. Γιατί απλούστατα υπήρξα πάντοτε γνήσιος και αληθινός. Δεν καταδέχτηκα ποτέ να πω ψέματα, να βάλω ξένα προσωπεία, να κολακέψω ή να παρακαλέσω. Δεν ζήτησα ποτέ από κανέναν τίποτα. Κι όλα αυτά τα έκανα όχι τόσο από καθήκον και μόνο, αλλά γιατί βασικά με ευχαριστούσαν. Ιδιαίτερα χαιρόμουν τις μεγάλες δυσκολίες, τα αδιέξοδα, τους κινδύνους, τα διλήμματα. Τότε που θα έπρεπε να πάρω κρίσιμες και επικίνδυνες αποφάσεις. Και κυρίως να τις πάρω μόνος, με πλήρη και απόλυτη προσωπική ευθύνη. Ένοιωθα τότε σαν να είχα φτερά και να πετούσα ελεύθερος ενάντια σε ανέμους, σε θύελλες και σε ... τσουνάμια. Με λίγα λόγια έζησα όπως ακριβώς το σχεδίασα από τα εφηβικά μου χρόνια να ζήσω: Ελεύθερος! 
 
3.- Ποια γεγονότα και ποιοι λόγοι σε οδήγησαν προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄50 να ασχοληθείς και να προσφέρεις τόσα πολλά στο λαϊκό τραγούδι;
 
Μ.Θ.
Οι γονείς μου με δίδαξαν να αγαπώ την Ελλάδα και να κάνω πάντοτε το χρέος μου απέναντί της. Απ’ την άλλη μεριά η φύση με προίκισε με την ανάγκη να τραγουδώ και να κάνω μουσική. Κι αυτά τα τρία βασικά στοιχεία με συνόδεψαν και με συνοδεύουν από την πρώτη στιγμή που συνειδητοποίησα ποιος είμαι, πού είμαι και γιατί είμαι. Έτσι μπορώ να πω ότι άρχισα να κάνω πολιτική και μουσική από τα 12 χρόνια μου, τότε που έγραψα το πρώτο μου τραγούδι και οργάνωσα την πρώτη ομάδα των συμμαθητών μου για ευγενείς στόχους.


Στην δεκαετία του ΄50 και μετά, συνέβη να γίνω γνωστός. Όμως θεωρώ κορύφωση της πολιτικής και μουσικής μου δραστηριότητας όσα έκανα και όσα έγραψα-συνέθεσα στην προηγούμενη δεκαετία ως ανώνυμος πολίτης-συνθέτης. 


Όταν λ.χ. στην περίοδο της κατοχής και των Δεκεμβριανών υπήρξα στην Αθήνα παρτιζάνος. Όταν με πήγαν δυο φορές εξορία στην Ικαρία και στη συνέχεια στην Μακρόνησο. Και όταν στα 1948, ανάμεσα σε δυο εξορίες αγωνιζόμουν παράνομα στην φοβερή Αθήνα του εμφυλίου, κυνηγημένος σαν αγρίμι, χωρίς στέγη και τροφή. Και εν τούτοις μέσα σ’ αυτή τη θύελλα δεν υπήρξε στιγμή που να μη γράψω μουσική. Και μάλιστα από ορισμένες πλευρές, την καλλίτερη από ό,τι έγραψα έως τώρα. Έργα συμφωνικά για μεγάλη ορχήστρα είτε έργα μουσικής δωματίου. Κι όλα αυτά μόνο με την σκέψη μου, χωρίς καμμία βοήθεια, χωρίς πιάνο φυσικά, αφού εκεί που βρισκόμουν παράνομος και κυνηγημένος είτε εξόριστος στα χωριά της Ικαρίας είτε τέλος στην σκηνή της Μακρονήσου, δεν μπορούσα να έχω τέτοιες πολυτέλειες. Κι αυτά όλα τα έκανα και τα έγραψα με την σκέψη μου στον ελληνικό λαό. Που επί τέλους μερικά από αυτά θα τα γνωρίσει για πρώτη φορά χάρη στις επετειακές συναυλίες που θα γίνουν στο Μέγαρο και αλλού.
 
4.- Σε παλιότερες συνομιλίες μας είχες τονίσει ότι για να γίνει ένα πολιτικό σύστημα, πρέπει απαραιτήτως να στηριχθεί σε ανθρώπους με συνείδηση. Τα τελευταία 15 χρόνια, μετά τις συνταρακτικές μεταβολές, πιστεύεις πως υπάρχουν κοινωνίες με τέτοιους ανθρώπους;
 
Μ.Θ. Νομίζω ότι στην εποχή της Χούντας –που βάσταξε επτά ολόκληρα χρόνια- άρχισε η μεγάλη απαξίωση των πνευματικών και ηθικών μας αξιών. Με όπλο τον άκρατο λαϊκισμό ξεκίνησε το ροκάνισμα κάθε ωραίου και αληθινού που είχαν κατορθώσει να χαρίσουν στον λαό μας οι προηγούμενες γενιές.


Γυρίζοντας στην Αθήνα μετά το 1974 πιθανώς να ήμουν ο μόνος που έθεσα σαν πρώτο στόχο για την νέα εθνική πολιτική τον Πολιτισμό. Έκανα συναυλίες, εκδηλώσεις, δηλώσεις, πρωτοβουλίες με αποκορύφωμα το ΚΙΝΗΜΑ Πολιτισμού και Ειρήνης που ιδρύσαμε μαζί με τον Ανδρέα Λεντάκη. Όμως κανένα κόμμα, καμμιά εφημερίδα, κανένας Δήμος είτε άλλη μαζική οργάνωση δεν είχε συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο.


Έτσι το αποτέλεσμα ήταν να περάσει και να δεσπόσει ακέραιος στην νέα εποχή ο σάπιος κόσμος και οι σάπιες νέες «αξίες» και «αισθητικές» της εποχής της Χούντας. Σαν ένα παλιρροιακό κύμα, σαν ένα τσουνάμι ήρθε και τα σκέπασε όλα έως σήμερα. Όσοι επιζήσαμε είναι γιατί άλλοι σκαρφαλώσαμε στις κορυφές των δέντρων και άλλοι γιατί είμαστε πιασμένοι από κορμούς δέντρων περιμένοντας στο μέσον του πελάγου όπως ο μικρός της Σριλάνκα να μας γλιτώσει κανένα ... ιαπωνικό πλοίο.
 
5.- Με ποιους τρόπους θα μπορούσε σήμερα στην Ελλάδα να αντιμετωπισθεί η εισβολή της υποκουλτούρας, η χυδαιότητα και ο λαϊκισμός που πλήττουν τον πολιτισμό;
 
Μ.Θ. Η κατάσταση είναι δύσκολη για μας, γιατί όπως είπα η υποκουλτούρα δεν ήρθε μόνο απ’ έξω αλλά κυρίως από μέσα και φοβάμαι ότι έχει διαβρώσει τον «οργανισμό» της πλειοψηφίας του λαού μας και μάλιστα βλέπω τα πράγματα να γίνονται ολοένα και πιο άγρια... Άλλωστε και αν ακόμα κλείσουμε τα μάτια, η τηλεόραση είναι πανταχού παρούσα, για να μας θυμίζει και να μας δείχνει ποιοι είμαστε. Όχι, δεν βλέπω στον ορίζοντα καμμιά διέξοδο.