Συνέντευξη στο περιοδικό «ήχος» (Λιάνα Mαλανδρενιώτη)

2004

ΗΜ/ΝΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ: 03.07.2014

1.- Η ογκώδης δισκογραφία σας κάλυψε το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και αναγκαία παρακολούθησε την τεχνολογική εξέλιξη, από τα 45άρια στις 33 στροφές και τώρα στον δίσκο ακτίνας, εσείς πώς υποδέχεστε κάθε φορά αυτές τις νέες τεχνολογίες;
 
Μ.Θ.
Το πέρασμα από τα 45άρια στις 33 στροφές κι από κει στα CD δεν έχει μόνο τεχνολογική σημασία που οπωσδήποτε δεν μπορεί κανείς παρά να την χαιρετίσει. Παράλληλα οι οικονομικές αλλαγές που συνεπιφέρουνε, έχουν επηρεάσει βαθύτατα κάθε φορά την πελατειακή διαμόρφωση για τους κάθε είδους (45, 33, CD) φορείς ήχου, με άμεσο αντίκτυπο στην ίδια την μορφή και το περιεχόμενο του ελληνικού τραγουδιού.

 

Λ.χ. οι μικροί δίσκοι των 45 στροφών με τα δυο τραγούδια διαρκείας έως 3,30 λεπτά νομίζω ότι στα 1950 και αρχές του 1960 στοίχιζαν 30 δραχμές (27 για την ακρίβεια). Τότε το κατώτατο μεροκάματο ενός ανειδίκευτου εργάτη ήταν γύρω στις 50 δραχμές. Ένα μικρό πικ-απ δεν θα πρέπει να κόστιζε πάνω από 200 δραχμές. Θέλω να πω μ’ αυτά ότι ακόμα και ο φτωχότερος των φτωχών τότε μπορούσε να αγοράσει και να ακούσει στο φτωχικό του έναν με δύο δίσκους το μήνα, γιατί ήταν μέσα στα όρια της αγοραστικής του δυνατότητας.

 

Γι’ αυτό θυμάμαι τον Τάκη Λαμπρόπουλο, ιδιοκτήτη της Κολούμπια, να λέει ότι η επιτυχία ενός νέου τραγουδιού κρίνεται στις συνοικίες. Αυτό όμως τι εσήμαινε για το λαϊκό και στη συνέχεια για το έντεχνο λαϊκό τραγούδι όπως το δικό μου; Ότι η θεματολογία κατ’ αρχήν θα έπρεπε να αγγίζει την ψυχή αυτών των ανθρώπων. Στη συνέχεια οι χορευτικοί ρυθμοί, ο ήχος, ο τραγουδιστής, όλα θα έπρεπε επίσης να είναι οικεία στην ψυχοσύνθεση αλλά και στα προβλήματα που προκάλεσε η μίζερη ζωή του με τα αδιέξοδα αλλά και τις ελπίδες του. Πράγματι εάν αναλύσουμε τα πετυχημένα τραγούδια εκείνης της εποχής, θα δούμε ότι καθρεφτίζουν κυρίως την ψυχή της φτωχολογιάς.

 

Τέλος το γεγονός ότι δεν μπορούσες να περάσεις επ’ ουδενί το χρονικό όριο των 4 λεπτών ανά τραγούδι διαμόρφωσε τελικά την ίδια την ΜΟΡΦΗ του τραγουδιού. Αν είχαμε δηλαδή το δικαίωμα να πάμε τότε λ.χ. στα 10 λεπτά, θα είχαμε οδηγηθεί  σίγουρα σε νέες μορφές. Με άλλα λόγια τόσο η τεχνολογία (διάρκεια) όσο και το κύριο ακροατήριο (πελατεία) καθόριζαν τόσο τη μορφή όσο και το περιεχόμενο των τραγουδιών της κλασσικής θα έλεγα, εποχής του ελληνικού τραγουδιού.

 

Με το πέρασμα στις 33 στροφές οι τιμές τόσο του δίσκου όσο και του νέου πικ-απ εκτινάχτηκαν στα ύψη, με αποτέλεσμα να αλλάξει άρδην το πελατειακό ακροατήριο. Την επιτυχία δεν την έκρινε πια η συνοικία αλλά τα αστικά κέντρα, όπου φυσικά η ψυχολογία και τα ενδιαφέροντα ήσαν διαφορετικά. Αυτοί οι καινούριοι κατά πλειονότητα αγοραστές που εξετόπισαν τους μεροκαματιάρηδες, είχαν ως προς το τραγούδι απαιτήσεις ανάλογες με τα ενδιαφέροντά τους, από τα οποία το κυριότερο όπως φάνηκε ήταν οι ερωτικές τους ανησυχίες και τα ερωτικά τους πάθη. Οι κυρίες που αγόραζαν βασικά τους ακριβούς δίσκους των 33 στροφών δεν ήθελαν φυσικά ούτε ν’ ακούσουν περί Δραπετσώνας και «φτωχοπλυσταριών». Αυτές είχαν τα μπάνια τους, τα σαλόνια τους, την άνετη κοσμική ζωή τους κι αν παρουσιαζόταν κάποιο πρόβλημα ήταν κυρίως συναισθηματικού χαρακτήρα. Κάποιος εραστής τις εγκατέλειψε, κάποιος σύζυγος τις κεράτωσε κλπ. κλπ.

 

Έτσι περάσαμε στην περίοδο του λεγόμενου «ερωτικού» τραγουδιού με τις νέες φωνές, ενορχηστρώσεις και φυσικά τη νέα μυθολογία, για το νέο είδος που κυριάρχησε έκτοτε.

 

Το τι συνέβη με τα CD δεν το έχω παρακολουθήσει. Νέα τεχνολογία, νέα μηχανήματα, διάφορα πανάκριβα set ήχου, πανάκριβα CD για τους μεροκαματιάρηδες και τους παντός είδους μισθοδίαιτους.

 

Κατά τη γνώμη μου η νέα βασική πελατεία θα πρέπει να αποτελείται από όσους διαθέτουν «φτηνό» χρήμα. Πελάτες των πανάκριβων νυχτερινών κέντρων, ανθρώπους της παραοικονομίας και του εύκολου και γρήγορου πλουτισμού και τέλος τα παιδιά του μπαμπά τους με τα εξωφρενικά «χαρτζιλίκια» για τα καθημερινά τους έξοδα. Φαίνεται από τη σχέση των νέων CD και της νέας πελατείας (που κρίνει τις πωλήσεις) ότι τα βασικά τους ενδιαφέροντα εξαντλούνται μέσα στο δωμάτιό τους και στη συνέχεια μέσα στα ακριβά μπαρ και στην πανάκριβη νυχτερινή διασκέδαση. Το ότι λίγα μέτρα πιο πέρα απ’ αυτούς ζει ένας λαός που μοχθεί για να τα βγάλει πέρα και μια πατρίδα που όπως πάντα στενάζει, τους είναι παντελώς αδιάφορο, για να μην πω ότι τους είναι ακόμα και αδιάφορο. Θα μπορούσαν μια χαρά να ζουν σε κάποια πόλη κατά προτίμηση της Αμερικής ή το πολύ-πολύ στο Χονκ-Κονγκ ή στην Κοπακαμπάνα. Πέραν όμως όλων αυτών το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της «φουρνιάς» είναι ότι λείπει δραματικά το στοιχείο της ΟΜΟΡΦΙΑΣ. Τα περισσότερα από τα τραγούδια της μόδας δεν είναι ωραία. Κι αυτό μετράει πιο πολύ.

 

Γι’ αυτό εμένα προσωπικά με εκνευρίζει η οποιασδήποτε μορφής συνύπαρξη της δικής μας παραγωγής κι αυτής που εκτός του ότι είναι άτεχνη, μονότονη και βαρετή, περιφρονεί προκλητικά το κοινωνικό και εθνικό μας περιβάλλον. Και προς Θεού δεν αναφέρομαι σε περιεχόμενα με σλόγκαν, πολιτικά συνθήματα ή συγκεκριμένες αναφορές που να έχουν σχέση με προβλήματα κλπ. Μιλώ κατ’ αρχήν για το καθαρά μουσικοποιητικό περιεχόμενο, τον ήχο και την σκηνική παρουσίαση, καθώς και την σχέση που διαμορφώνει με τα ακροατήριά της. Φαίνεται ότι το «φτηνό» χρήμα που είπα πιο πριν, διαμορφώνει την «φτηνή» διασκέδαση και όλα τα άλλα τα «φτηνά», που –αλοίμονο- δεν μπορεί να έχουν καμμιά σχέση μ’ αυτό το ευγενές είδος που ονομάζεται ελληνικό τραγούδι. Βλέπω λοιπόν π.χ. στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία να ανακατεύονται αυτά τα δύο τόσο διαφορετικά –για να μην πω αντίθετα- είδη και με πιάνει το στομάχι μου. Είναι η λίστα των 50 «καλλίτερων» CD (αυτών δηλαδή που σημειώνουν τις μεγαλύτερες πωλήσεις) και που φυσικά δεν περιορίζονται να δώσουν μόνο μια εμπορική καθαρά εικόνα.

 

Με το ανακάτεμα ονομάτων και τίτλων τελικά καταγράφεται υποσυνείδητα η υπεροχή των μεν επί των δε… Όπως θα δείτε, κάπου-κάπου υπάρχει εκεί προς το μέσον της λίστας κάποιος «Μεγάλος Ερωτικός», κάποιο «Άξιον Εστί» ή κάποιος Ξαρχάκος, καπελωμένοι πάντοτε από την πληθώρα των δήθεν σύγχρονων τραγουδιών και τραγουδιστών, ενώ δεν υπάρχει η παραμικρή σχέση ανάμεσά τους. Σαν να έχει βάλει κανείς σε μια βιτρίνα ανακατωμένα στο ίδιο κασόνι αλεύρι με φρέσκα ψάρια και ζάχαρη με συκωτάκια πουλιών. Αλοίμονο!