Σκέψεις - του Μίκη Θεοδωράκη

29.1.2009

ΗΜ/ΝΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ: 21.07.2014

Η Τέχνη είναι διάλογος ανάμεσα στον δημιουργό και ένα συγκεκριμένο κοινό στο οποίο απευθύνεται. Αν αυτή η «αρχή» αφορά όλα τα είδη της Τέχνης, για το Τραγούδι είναι άμεση και καταλυτική, μιας και ο τραγουδοποιός έχει ως κύριο σκοπό να τραγουδηθεί κατ’ αρχήν από το συγκεκριμένο κοινό του τόπου και της εποχής του, από το οποίο εμπνέεται και στο οποίο απευθύνεται. Με άλλα λόγια υπηρετεί μιαν συγκεκριμένη κοινωνική λειτουργία και ανθρώπινη ανάγκη, που εμφανίζεται από την εποχή των προϊστορικών και πρωτόγονων ανθρώπινων ομάδων και πιθανόν πριν ακόμα ανακαλύψουν άλλους τρόπους αλληλοσυνεννόησης, όπως λ.χ. την γλώσσα.

 

Περνώντας στην εποχή μας, όπου οι κάθε είδους αλλαγές συντελούνται με όλο και πιο γρήγορους ρυθμούς, κυρίως λόγω της εμποροβιομηχανοποιήσεως των τραγουδιών, είναι φυσικό τα είδη του τραγουδιού να αλλάζουν, όχι πια από εποχή σε εποχή αλλά σχεδόν από χρόνο σε χρόνο. Αν θέλουμε λοιπόν να είμαστε ρεαλιστές, τότε θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι από την άποψη της αμεσότητας και της λειτουργικότητας κάθε εποχή έχει τα δικά της τραγούδια και τους δικούς της τραγουδοποιούς. Που όσο περισσότερο διεθνοποιείται η ζωή μας (οπότε οι ξένες επιδράσεις γίνονται πιο άμεσες) τα χάσματα από είδος σε είδος τραγουδιού, δηλαδή από χρόνο σε χρόνο, γίνονται ολοένα και πιο βαθειά, έτσι που να παύει τελικά η όποια σχέση με το παρελθόν. Γιατί το λειτουργικό τραγούδι, σε αντίθεση με τα άλλα είδη τέχνης, πρέπει για να είναι ζωντανό, να είναι επικαιρικό, δηλαδή να ταυτίζεται με τα νέα ήθη και έθιμα, την εξέλιξη της τεχνολογίας και την αλλαγή ψυχοσύνθεσης και νοοτροπίας που προχωρεί και αλλάζει με όλο και πιο γρήγορους ρυθμούς.

 


Μετά τα όσα είπα πιο πριν και σε ό,τι με αφορά, πρέπει να πω ότι κι εγώ σαν τραγουδοποιός πιστεύω ότι λειτούργησα σωστά, δηλαδή σε διάλογο ζωντανό με το κοινό της εποχής μου, που το τοποθετώ στη δεκαετία του ΄60 και λίγο μετά.
Ήδη από την Μεταπολίτευση και μετά η ιδιοσυγκρασία μου δεν μου επέτρεψε να παρακολουθήσω τις νέες εξελίξεις και κυρίως τις νέες συνήθειες, νοοτροπίες και κοινωνικοπολιτικές συμπεριφορές των συμπατριωτών μου.

 

Στα τραγούδια όμως της δεκαετίας του ΄70 και του ΄80 υπήρχε ακόμα η απήχηση της παράδοσης των δεκαετιών του ΄50 και του ΄60. Αλλά μετά, δηλαδή από το 1990 έως σήμερα, διαπιστώνω βαθύτατες αλλαγές, που καθορίζονται τόσο από τις ξένες επιδράσεις όσο και από τους τρόπους επαφής των τραγουδοποιών -τραγουδιστών και τραγουδιών με το ελληνικό κοινό (βλ. κυρίως τρόπους διασκέδασης μέσα σε τερατώδεις χώρους). Έτσι δεν μπορώ να βρω την παραμικρή σχέση ανάμεσα στην αντίληψη που είχα για το ελληνικό τραγούδι στην εποχή μου με ό,τι γίνεται σήμερα. Ίσως η γενικά λ.χ. του Μαχαιρίτσα να αποτελεί ένα τελευταίο, έστω μακρινό απόηχο σε σχέση με κείνο που θεωρούσαμε εμείς ως ελληνικό τραγούδι.
 

 

Όμως δικαίως θα με ρωτήσετε: Τότε γιατί εξακολούθησες να γράφεις τραγούδια ακόμα έως σήμερα; Μα γιατί δεν υπήρξα μόνο τραγουδοποιός αλλά υπήρξα και είμαι κυρίως συνθέτης, ο οποίος αντιμετώπιζε ανέκαθεν το Τραγούδι ως μια βασική φόρμα του έντεχνου μουσικού έργου.

 

Αυτό άλλωστε δεν υπήρξε, προς Θεού, δική μου εφεύρεση αλλά συναντάται σε όλους τους μεγάλους συνθέτες από τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν, τον Σούμπερτ, τον Σούμαν, τον Μπραμς έως τον Τσαϊκόφσκυ και πέρα. Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε κι εγώ κατέταξα τα τραγούδια μου σε κύκλους, επιδιώκοντας να μελοποιώ από τα 1938 ακόμα, ποιητικά κείμενα σημαντικής αξίας.

 

Το γεγονός ότι ο «Επιτάφιος» (1958) είχε αιφνιδίως την απήχηση που είχε, αυτό είναι κάτι που έγινε χωρίς να το περιμένω και ούτε και να το επιδιώξω. Άλλωστε πώς είναι δυνατόν να φανταστώ ότι θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός από το μεγάλο κοινό, που αγάπησε το ελληνικό τραγούδι, ένας … μακάβριος τίτλος, που κάθε άλλο παρά παραπέμπει στη διασκέδαση.

 

Έτσι μπορώ να πω ότι σχεδόν τυχαία μπήκα στον στίβο της «πιάτσας» κι αυτό γιατί ως φάνηκε εξ αρχής, είναι ο ίδιος ο Λαός που ανακάλυψε και αγκάλιασε το έργο αυτό, γεγονός που με αναστάτωσε και άλλαξε εκ θεμελίων την ίδια τη ζωή μου. Έτσι το ένα έργο έφερνε το άλλο, πάντα σε πολύ στενό και δημιουργικό διάλογο με το πλατύ ελληνικό κοινό κάθε κοινωνικής τάξεως, νοοτροπίας και αγωγής. Έγινα δηλαδή «λαϊκός» με την έννοια της πάνδημης αποδοχής του έργου μου.

 

Όμως ευθύς εξ αρχής και παρ’ό,τι το τραγούδι μου ριζώθηκε πάνω στην τραγουδιστική μας παράδοση, δημοτική, βυζαντινή, ρεμπέτικη, λαϊκή κλπ. εκδηλώθηκαν οι διαφοροποιήσεις μου σε σχέση με την υπάρχουσα τραγουδιστική μας πραγματικότητα, γιατί:


Πρώτον: όπως είπα, ήμουν συνθέτης και μάλιστα με μια αρκετά σημαντική παραγωγή συμφωνικών έργων, μπαλέτων και έργων μουσικής δωματίου.


Δεύτερον: Διότι σε ανύποπτο χρόνο (1937-1958) είχα ήδη γράψει εκατοντάδες τραγούδια επάνω σε στίχους Ελλήνων ποιητών όπως οι Σολωμός, Παλαμάς, Δροσίνης, Πολέμης, Χατζόπουλος, Μαβίλης, Γρυπάρης, Γιάννης Θεοδωράκης («Λιποτάκτες» 1952) και τέλος Ρίτσος («Επιτάφιος» 1958). Επομένως διαφοροποιήθηκα εξ αρχής από τους άλλους συνεχίζοντας με τους Λειβαδίτη, Χριστοδούλου, Γκάτσο, Σεφέρη, Καμπανέλλη, Ελύτη κλπ. Γεγονός που έδειχνε ότι είχε σχηματισθεί ένα νέο κοινό, που θεωρούσε το τρέχον λαϊκό του τραγούδι όχι μόνο ως διασκέδαση αλλά προ παντός ως ψυχαγωγία. Ίσως γιατί η δεκαετία του ΄60 να είχε φορτίσει τον Λαό με ιδέες, επιδιώξεις και οράματα, οπότε έβλεπε στο τραγούδι ένα πιστό εκφραστή των πιο μύχιων συναισθημάτων του και δεν έβρισκε ικανοποίηση στα τραγούδια των λαϊκών κέντρων, ανεξάρτητα από την όποια αξία τους. Με δυο λόγια το κοινό που αγάπησε τα τραγούδια μου στην δεκαετία του ΄60 έως τις παρυφές του 1980, ήταν ένα άλλο κοινό με διαφορετικά μέτρα αξιολόγησης, διαμορφωμένα από τις συνθήκες και τις απαιτήσεις εκείνων των καιρών.


Τρίτον: Ήμουν βαθύτατα πολιτικοποιημένος έχοντας στην πλάτη μου φυλακές και εξορίες με τη θέλησή μου πάντοτε ζωντανή και παρούσα να συμβάλω άμεσα και πολιτικά στην απαλλαγή της χώρας από τα κατάλοιπα του εμφυλίου πολέμου με στόχο τις Ελευθερίες και τα Δικαιώματα του Ελληνικού Λαού. Άλλωστε η απαγόρευση της μουσικής μου από την τότε κυβέρνηση και οι συνεχείς διώξεις μου, που ξεκίνησαν από το 1961, δείχνουν ότι οι εξουσιαστές με θεωρούσαν πολιτικοποιημένο άτομο, του οποίου η επικινδυνότητα μεγάλωνε όσο μεγάλωνε η αποδοχή του μέσα στον Λαό και επομένως θα έπρεπε να εξουδετερωθεί. Ήταν λοιπόν επόμενο η πολιτικοποίηση του τραγουδιού μου να με διαφοροποιήσει σε σχέση με όλα όσα γνωρίζαμε έως τότε σχετικά με το τραγούδι. Και φυσικά να επηρεάσει ακόμα και την ίδια την αισθητική μου. Έως ότου η Χούντα με απαγόρευσε ρητά και κατηγορηματικά, με φυλάκισε και με εξόρισε δίνοντας έτσι μια νέα διάσταση σε ένα τόσο τρυφερό είδος, όπως είναι το Τραγούδι και συγχρόνως με βοήθησε να οδηγηθώ σε νέους αισθητικούς δρόμους, σε νέες φόρμες και σε νέα έργα, που γράφτηκαν όλα σε συνθήκες διωγμών, όπως «Ο Ήλιος και ο Χρόνος» (Γενική Ασφάλεια), «Επιφάνια Αβέρωφ» και «Μυθιστόρημα» (Φυλακές Αβέρωφ), «Κατάσταση Πολιορκίας», «Τραγούδια του Αντρέα», «Νύχτα θανάτου», «Τα Λαϊκά» (Βραχάτι-κατ’ οίκον περιορισμός), «Δέκα Αρκαδίες» -και ανάμεσά τους το «Πνευματικό Εμβατήριο» του Άγγελου Σικελιανού- (εξορία-Ζάτουνα), “Raven” και «Τραγούδια του Αγώνα» (στρατόπεδο Ωρωπού), “Canto General” και «Μπαλάντες» (εξόριστος στο Παρίσι).


Όλα αυτά είναι έργα με συνομιλητή μου το κοινό του ΄60, που είχε αγκαλιάσει ένα «Άξιον Εστί». Πλην όμως μετά την μεταπολίτευση αυτό το κοινό είχε αρχίσει να στερεύει και να αλλοιώνεται, με αποτέλεσμα όλη αυτή η σοδειά που την θεωρούσα ως την καλλίτερη προσφορά μου στο κοινό που αγάπησα και με αγάπησε, να μείνει μετέωρη και να εξακολουθεί να παραμένει άγνωστη.


Τέταρτον: Εξακολουθώ να γράφω Τραγούδια και Κύκλους Τραγουδιών (ακόμα και στα 82 μου χρόνια, όπως την «Οδύσσεια»), γιατί όπως είπα, τα θεωρώ ως ένα κομμάτι του συμφωνικού μου έργου, πράγμα που σημαίνει, ότι ο ιδεώδης συνομιλητής μου και αποδέκτης δεν μπορεί να είναι πια το πλατύ κοινό (που όπως είδαμε τα γούστα του αλλάζουν κάθε χρόνο) αλλά ο ίδιος ο εαυτός μου και όσοι μου μοιάζουν και επομένως με γνωρίζουν και με αγαπούν πάνω από μόδες, λαϊκά κέντρα, πωλήσεις δίσκων, σουξέ και άλλα τινά. Δεν μπορώ φυσικά να γνωρίζω -τώρα μάλιστα που ζω απομονωμένος- ποιοι και πόσοι μπορεί να είναι αυτοί. Όμως όταν κάποιος αφιερώσει τη ζωή του στην Τέχνη, εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι με ποιον τρόπο θα μπορέσει να εκφράσει καλλίτερα τον πνευματικό κόσμο που κρύβει μέσα του. Και για μένα ένας απ’ αυτούς τους τρόπους υπήρξε πάντα το Τραγούδι.
 
Αθήνα,  29.1.2009