Αντίστροφη μέτρηση II: Πως φτάσαμε στο Δεκέμβρη του '44.

25.08.2010

Μίκης Θεοδωράκης 85 Χρόνια, ΑΞΙΟΣ ΕΣΤΙ, ο συνθέτης αφηγείται τη ζωή του στον Γεώργιο Π. Μαλούχο και μιλά για την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. 

 

 

 

 

Οι Γερμανοί φεύγουν, έρχονται οι Άγγλοι και η Ελλάδα βρίσκεται σε μια παραζάλη. Ο Μίκης Θεοδωράκης αρχίζει να μας διηγείται πώς αυτή η χώρα ήταν η μόνη στην Ευρώπη η οποία συνέχισε τον πόλεμο με έναν ακόμη χειρότερο πόλεμο, τον εμφύλιο. Πώς φτάσαμε σε αυτά τα γεγονότα;

 

Στην Αριστερά θυμάμαι ότι κάναμε συζητήσεις μέσα στα σπίτια που είχαμε επιτάξει και τα είχαμε κάνει στρατώνες του ΕΛΑΣ. Ο ΕΛΑΣ ήταν σε σπίτια κανονικά, μέσα σε πολυκατοικίες. Εκεί λοιπόν κάναμε συζητήσεις. Ήμασταν μοιρασμένοι τα δύο. Οι μισοί έλεγαν “Ο Τσόρτσιλ είναι καλός”, οι άλλοι μισοί έλεγαν “Όχι, ο Τσόρτσιλ είναι κακός”.

 

Εσείς τι πιστεύατε;

 

Εγώ πιο πολύ ήθελα να πιστεύω ότι είναι καλός. Κατέβηκα και εγώ κάτω στη λεωφόρο Συγγρού, όταν ήρθαν οι Εγγλέζοι, φωνάζαμε, κάναμε...

 

Να πούμε εδώ ότι οι Εγγλέζοι ήρθαν πριν τον Γεώργιο Παπανδρέου στην Αθήνα. Έτσι δεν είναι; Πρώτα ήρθαν αυτοί να διασφαλίσουν την κατάσταση και μετά ήρθαν οι Έλληνες εξόριστοι πολιτικοί.

 

Εγώ ότι έκανα το έκανα με όλη μου την καρδιά. Ήμουν βουτηγμένος πολύ στη μουσική, ήμουν... βουτηγμένος στην Αντίσταση 100%, ήμουν βουτηγμένος με την Μυρτώ 100%. Ήταν τα τρία, ας πούμε, μέτωπά μου.

 

Πώς τα συνταιριάζατε αυτά όμως όλα;

 

Ε, δεν είχαν και μεγάλη διαφορά. Το ένα με το άλλο ήταν κάπως δεμένα. Από ένα σημείο και πέρα βέβαια, η Μυρτώ έβλεπε ότι χοντραίνουν τα πράγματα, αλλά δεν μπορούσε να πει τίποτα, γιατί και αυτή αριστερά ήταν, δεν μπορούσε να πει να μην παλεύουμε.

 

Όλοι παλεύαμε, όλος ο λαός. Δηλαδή, όταν έφυγαν οι Γερμανοί, ανεβοκατεβαίναμε από τη Νέα Σμύρνη στο Σύνταγμα τραγουδώντας... έβλεπες τον κόσμο στο Σύνταγμα να πέφτει κάτω και να φιλάει την άσφαλτο. Έτσι, ξαπλωμένοι κάτω, να χαϊδεύουν την άσφαλτο!

 

Πόσο κράτησε αυτό;

 

Αυτή η μέθη κράτησε από τον καιρό που έφυγαν οι Γερμανοί... Οκτώβρης, Νοέμβρης, Δεκέμβρης... ήταν αυτές οι εκατό μέρες περίπου.

 

Εσείς μπορούσατε να φανταστείτε ότι, μετά από πολλές δεκαετίες, η Γερμανία θα είναι ένας τόπος που θα λατρέψει τη μουσική σας και θα βγούνε τόσοι δίσκοι σας, όλες οι παρτιτούρες σας; Μπορούσατε να το φανταστείτε ότι θα γίνει ένα κέντρο για σας;

 

Εμείς πιστεύαμε ότι δε θα ξαναϋπάρξει πια Γερμανία. Η Γερμανία θα μπορούσε να υπάρξει μετά από εκατό εκατόν πενήντα χρόνια, διότι ήδη και τα σχέδια των Αμερικανών – όπως πιστεύαμε – ήταν να τους πάρουν όλες τις βιομηχανίες, να τους πάρουν τα πάντα, να τους κάνουν ένα αγροτικό λαό, που θα καλλιεργούσε μόνο πατάτες.

 

Και σε λιγότερο από δέκα χρόνια, είχαν...

 

Ο πατέρας μου στο υπουργείο ήταν υπεύθυνος για τη συλλογή όλων των ντοκουμέντων των αγριοτήτων των Γερμανών. Είχε γίνει μια υπηρεσία από την κυβέρνηση των Κουίσλινγκ, και είχαν πει: “Εσείς θα μαζέψετε όλα τα ντοκουμέντα, τα οποία θα παρουσιάσουμε εις τους συμμάχους για αποζημιώσεις”. Έτσι όλες οι εκθέσεις που γίνονταν για τα εγκλήματα των Γερμανών πήγαιναν στο γραφείο του πατέρα μου, ο οποίος τα είχε μεταφέρει στο σπίτι και τα έβαλε σε ένα σεντούκι.

 

Θυμάμαι λοιπόν όταν διαβάζαμε με τη λάμπα ένα βράδυ  την αναφορά ενός μοιράρχου της χωροφυλακής για τις σφαγές στο Δίστομο. Περιέγραφε τα πάντα με καθαρεύουσα και έλεγε όλες τις λεπτομέρειες των εγκλημάτων που έκαναν, που έσφαζαν τον πατέρα κοντά στην κόρη . Έκοβαν το πέος του πατέρα-παπά και το έβαζαν στο στόμα της κόρης, έκοβαν το στήθος της κόρης και το έβαζαν στο στόμα του παπά. Τους πετάγανε ζωντανούς... άναβαν το φούρνο και πέταγαν τα παιδιά ζωντανά μέσα!

 

Όταν τα διαβάσαμε όλα με τον πατέρα μου – τα διάβασε ο πατέρας μου, έτσι... υψηλόφωνος-, μου λέει: “Παιδί μου, κανονικά πρέπει μετά από αυτό να μην ξαναϋπάρξει ίχνος Γερμανού. Δηλαδή, όπου βλέπω Γερμανό... δεν είναι άνθρωπος, είναι ένας σκορπιός, ο οποίος δεν ξέρει τίποτ' άλλο παρά να σκοτώνει. Δεν μπορούμε να το ξαναζήσουμε αυτό”. Ο πατέρας μου τα έλεγε αυτά, που ήταν τόσο καλός.

 

Το ίδιο είπε και ο Έρμπουργκ, ο οποίος έγραφε το κύριο άρθρο στην Πράβδα. Όταν μπήκαν οι Ρώσοι στη Γερμανία, το κύριο άρθρο της Πράβδα, του Κομμουνιστικού Κόμματος, έγραφε: “Ρώσε στρατιώτη, μπήκες στα σύνορα, στο έδαφος των Γερμανών. Θυμήσου ό,τι έχουν κάνει οι Γερμανοί σε σένα. Τη μάνα σου που σκότωσαν, τα παιδιά σου, τα αδέρφια σου, τα σπίτια που κάψανε, που σκοτώσανε, αυτά όλα. Λοιπόν, γέμισε την καρδία σου με μίσος. Κάθε πηγάδι πρέπει να γίνει ομαδικός τάφος. Σκότωσε γυναίκες, παιδιά, σκυλιά, όλους. Μην αφήσεις κανέναν”. Και αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε, ο Στάλιν όμως – όπως μάθαμε – προσωπικά ανακάλεσε στην τάξη τον Έρμπουργκ. Φυσικά οι φαντάροι δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά, διότι αυτά που εφάρμοσαν οι Γερμανοί στην Πολωνία κατ' αρχήν και μετά στη Σοβιετική Ένωση ήταν γενοκτονία.

 

Φρικτά πράγματα...

 

Ο Χίτλερ είχε πει “Σκοτώστε όλους τους προύχοντες, όλους τους μορφωμένους, σκοτώστε τους όλους. Τους άλλους κάντε τους... υποζύγια”. Στη Ρωσία σκότωσαν εκατομμύρια με αυτό τον τρόπο, γυναικόπαιδα... Υπάρχουν φωτογραφίες-ντοκουμέντα, φαντάρος να σκοτώνει γυναίκα με παιδί, ομαδικοί τάφοι και λοιπά. Εμείς λοιπόν σκεφτόμαστε τότε ότι οι Γερμανοί ειδικά δε θα υπάρχουν στο μέλλον. Λυπάμαι γι' αυτό που λέω, αλλά είχαμε δει τέτοια πράγματα, και μεις εδώ στην Ελλάδα είχαμε τόσα πολλά θύματα, είχαμε πεντακόσιες χιλιάδες νεκρούς, ίσως και παραπάνω... Αλλά ήταν και ο εξευτελισμός ο καθημερινός, ο φόβος, αυτή η κτηνωδία των Ες Ες, των γκεσταπιτών. Δεν μας βλέπανε σαν ανθρώπους. Ήταν κάτι το φοβερό.

 

Εσάς σας επηρέαζε αυτό όταν παίζατε γερμανική μουσική; Τραγουδούσατε Μπαχ...

 

Όχι, όχι, θεωρούσαμε ότι δεν έχουν καμία σχέση με αυτούς. Παρότι αυτοί γέμιζαν το Ωδείο του Ηρώδου, ήταν γεμάτο φαντάρους Γερμανούς...

 

Στις συναυλίες;

 

Βέβαια...!

 

Το κοινό σας ήταν αυτοί δηλαδή;

 

Ήταν οι Γερμανοί, γιατί παίζαμε γερμανική μουσική. Δεν έβρισκες θέση. Η Ακρόπολη ήταν μαύρη κάθε μέρα από τους Γερμανούς φαντάρους...

 

Από τις στολές τους ε;

 

Μελετούσαν με βιβλία την Ακρόπολη. Αλλά εμείς πιστεύαμε ότι είναι σχιζοφρενείς. Πίστευαν αυτά τα περί κλασσικού πολιτισμού, κι από κει και πέρα έκρυβαν μέσα τους ένα κτήνος. Το κτήνος μας ενδιέφερε εμάς. Και τι να το κάνω εγώ που είχαν αυτή την κουλτούρα, όταν μάθαμε ότι και στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως τους έπαιζαν Μότσαρτ πριν τους εκτελέσουν; Ήταν μια φρικτή κατάσταση...

 

Έρχομαι τώρα στην απελευθέρωση, την ώρα που έφευγαν οι Γερμανοί. Όταν έφυγαν οι Γερμανοί, εγώ ήμουν στον ΕΛΑΣ. Τελείως προσωπικά ενεργώντας, επειδή άκουγα τις εκρήξεις που γίνονταν κάτω στο Παλαιό Φάληρο, - χωρίς να ξέρω, με τραβούσε αυτό-, βρέθηκα να είμαι ακριβώς απέναντι από το Δέλτα Φαλήρου- όλα αυτά ήταν κτίρια της γερμανικής αεροπορίας.

 

Το υλικό τους...

 

Και απέναντι από τον Ιππόδρομο ήταν το διοικητήριο των Γερμανών. Οι Γερμανοί είχαν φύγει με ένα τανκ και είχαν φτάσει μέχρι το Νέο Φάληρο για να τα ανατινάξουν όλα αυτά. Υπήρχε όμως κι ένας που δούλευε στους Γερμανούς, ο οποίος ήθελε να εμποδίσει αυτή την καταστροφή, όχι για τιποτ' άλλο, αλλά για να μπορέσει να πάρει όσα μπορούσε, φωτογραφικές μηχανές που είχαν οι Γερμανοί και λοιπά.

 

Για πλιάτσικο δηλαδή...

 

Πλιάτσικο, ναι. Και έτσι τον βοήθησα κι εγώ. Δεν έγινε έκρηξη, έμειναν αυτά στα χέρια μας, αλλά οι Γερμανοί, επειδή έβαλαν την τρόμπα γα να γίνει η ανατίναξη και δεν έγινε, γύρισαν πίσω με ένα τανκ. Εγώ στο μεταξύ είχα πάρει και αυτόματα και λοιπά. Ήμουν στο προαύλιο, αλλά είχε πολύ καπνό, γιατί καιγόντουσαν ορισμένα πράγματα, και ξαφνικά βλέπω το τανκ μπροστά μου. Ήταν επικεφαλής ένας Γερμανός στην ηλικία μου. Εγώ ήμουν τότε δεκαοχτώ δεκαεννιά χρονών, αυτός ήταν είκοσι δύο. Αυτός, όταν με είδε, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν να με σκοτώσει, γιατί, ξέρεις, να δει ένοπλο Έλληνα, δέκα λεπτά αφού είχαν φύγει οι κατακτητές... Αλλά τι με έσωσε; Με έσωσε το ότι τον λυπήθηκα.

 

Μόλις τον είδα -και ήταν ένα ωραίο παιδί, νέο – λέω μέσα μου: “Αυτός που θα πάει; Μόλις πάει στη Λάρισα, τον έχουν φάει. Φτάνει πιο πάνω από τη Λάρισα; Θα περάσει Γιουγκοσλαβία; Η μάνα του δεν θα τον δει”. Και μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου, είχα ένα συμπαθητικό βλέμμα. Δηλαδή τον έβλεπα σαν θύμα. Αυτός λοιπόν απόρησε για το βλέμμα μου...

 

Αυτός που είχε το τανκ στραμμένο απέναντί σας...

 

Ναι, και λέει: “Μα τι είναι τώρα αυτός; Μου γελάει; Αφού... θα πεθάνει σε λίγο...” Και σκέφτηκε κι αυτός διαφορετικά. Μου χαμογέλασε, μάλλον γελάσαμε και οι δυο μας, μετά γύρισε το τανκ, με χαιρέτησε κιόλας κι έφυγε.

 

Αμέσως μετά, σε μισή ώρα, έρχονται από τη θάλασσα ορισμένα μικρά σκάφη και βλέπω αξιωματικούς της Ελληνικής Αεροπορίας, και κάποιος φώναξε: “Ποιος είναι υπεύθυνος εδώ πέρα του ΕΑΜ; Λέω “Εγώ είμαι”. Με χαιρετάει λοιπόν αυτός ο αξιωματικός και μου λέει όνομα και βαθμό. Ερχόταν από τη Μέση Ανατολή. “Όλα αυτά ανήκουν στην Ελληνική Αεροπορία, συμφωνείτε;” μου λέει. “Συμφωνώ”, απαντώ.

 

Κι αυτό έπαιξε μεγάλο ρόλο, γιατί στη δίκη μου, που έγινε το '45, που θα έτρωγα είκοσι χρόνια, σμηναγός ήταν ο Ιωαννίδης. Τον βρήκα τελικά και ήρθε στο δικαστήριο...

 

Ο πατέρας σας τον βρήκε;

 

Ναι, ο πατέρας μου τον βρήκε. Είπε ο Ιωαννίδης στον πατέρα μου: “Μα, εγώ ξέρω ότι αυτός έσωσε...” ...το υλικό αυτό. Ναι. “Πως θα τον καταδικάσουμε;” Κι έτσι αθωώθηκα τότε. Με είχαν πιάσει, γιατί βρήκαν κομμουνιστικό υλικό το '45 στην Καλλιθέα, όπου κρυβόμουν – ήμουν πολύ ανακατεμένος. Θυμάμαι ότι μια παρτίδα από πολεμοφόδια δεν τα πήγα στο λόχο μου, αλλά επειδή είχα σχέση με το λόχο “Λόρδος Μπάιρον”, τους φοιτητές, τα πήγα στη Διδότου και τα έδωσα σ' αυτούς. Μάλιστα, τότε, σε αυτό το λόχο ήταν και ο Ξενάκης. Ήταν μαχητής, τραυματίστηκε στα Δεκεμβριανά.

 

Έχασε το μάτι του.

 

Το μάτι του, ναι. Και μετά ζήσαμε αυτές τις μέρες, τις εκατό μέρες, σε ένα παραλήρημα. Δε μας ενδιέφερε τίποτα, είχαμε κερδίσει την ελευθερία μας!

 

Όλα αυτά τα χρόνια, δηλαδή εξήντα χρόνια μετά το 1944, έχει αλλάξει πολύ ο κόσμος. Τελικά μήπως ήταν για καλό της Ελλάδας που ο Τσόρτσιλ επέμεινε και έκανε αυτό που έκανε; Η Ελλάδα θα ήταν μια Βουλγαρία σήμερα.

 

Όχι, αυτά είναι απλοποιημένα πράγματα! Κατ' αρχήν δεν ξέρω τι θα γινόταν στην Ελλάδα, αν θα γινόταν χειρότερη από τη Βουλγαρία. Ο Τσόρτσιλ δεν είχε δικαίωμα να το κάνει αυτό. Δεν είχε δικαίωμα ένας τρίτος άνθρωπος να αποφασίζει για τα εσωτερικά μας. Αν οι Έλληνες όλοι μαζί ήθελαν να κάνουν την Ελλάδα Βουλγαρία, ας την έκαναν. Ποιος είχε το δικαίωμα να τους εμποδίσει; Αυτό δεν είναι δημοκρατία;Ας μας άφηναν έτσι.

 

Καλά, άλλωστε δεν το έκανε για την Ελλάδα αυτός, για τον εαυτό του το έκανε...

 

Ναι, είναι απλουστεύσεις αυτά. Η πορεία ενός λαού είναι κάτι το ξεχωριστό. Ας πούμε η Γιουγκοσλαβία γιατί δεν έγινε Βουλγαρία; Ήταν κάτι άλλο η Γιουγκοσλαβία;

 

Ναι, δεν βλέπετε όμως τι τραβάει ακόμη και σήμερα η Γιουγκοσλαβία;

 

Μα δεν τα τραβάει γι' αυτό. Η Γιουγκοσλαβία ήταν από κάθε άποψη πριν δέκα χρόνια έτοιμη να μπει στην ΕΟΚ. Η Γιουγκοσλαβία το 1989-1990 είχε πολύ μεγάλη ανάπτυξη. Όμως τιμωρείται διότι ήταν κομμουνιστική χώρα, πρέπει να το καταλάβουμε αυτό.

 

Η Σοβιετική Ένωση επίσης τιμωρείται, και θα τιμωρείται, γιατί ήταν κομμουνιστική χώρα. Μπορούσε να έχει ανάπτυξη. Νομίζεις ότι αυτά που περνάει τώρα η Σοβιετική Ένωση ήταν υποχρεωτικά; Δεν καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν δυνάμεις οι οποίες καλύπτονται με παγκόσμιο μανδύα... Μόλις είδαν ότι ο σοσιαλισμός βρίσκει μια ρίζα, μια πατρίδα, και γίνεται αυτό που γίνεται, εκείνη τη στιγμή αποφάσισαν το τέλος του.

 

Ο Στάλιν όμως ο ίδιος εσάς σας πούλησε. Πώς νιώσατε τότε που είδατε ότι... έρχονται ξαφνικά τα πράγματα πάνω κάτω και αντί να μπαίνουν οι δυνάμεις του στα Δεκεμβριανά, που τις περιμένατε εσείς για να βοηθήσουν, να αλλάξουν την κατάσταση, δεν είπαν κουβέντα; Πέρασε η Ελλάδα στους Άγγλους και ο Στάλιν δεν είπε λέξη...

 

Εκείνη την εποχή υπήρχε μια ισορροπία δυνάμεων, η ισορροπία του τρόμου. Η Σοβιετική Ένωση ξεκινούσε από ένα πολύ μικρό χώρο που είχε. Ξαφνικά πήγε να γίνει μια παγκόσμια δύναμη ισόβαθμη με τους Αμερικανούς και με τους  Άγγλους, ήταν μεγάλο βήμα. Το θέμα δεν ήταν η Ελλάδα ή η Ρωσία, το θέμα ήταν ότι τα πράγματα προχώρησαν όσο μπορούσαν να προχωρήσουν.

 

Όταν η Ελλάδα πέρασε στην αγγλική, ας πούμε, ζώνη επιρροής, δε σήμαινε σώνει και καλά ότι στην Ελλάδα θα γίνει καπιταλισμός. Μπορούσε να γίνει οτιδήποτε άλλο, γιατί εμείς θα μπορούσαμε τότε, επωφελούμενοι από τη μεγάλη δύναμη την οποία είχαμε, να κάνουμε μια άλλη πολιτική. Δηλαδή αν έρχονταν τα  σοβιετικά στρατεύματα εδώ... Κατ' αρχήν γιατί να έρθουν; Δεν είχαμε ανάγκη να έρθουν οι Σοβιετικοί, εμείς ήμαστε μόνοι μας αυτοδύναμοι. Εμείς νικήσαμε, εμείς είχαμε μια πλειοψηφία του λαού. Δεν νικηθήκαμε ούτε από τον Στάλιν ούτε από δικά μας λάθη. Αυτό έγινε διότι σε εκείνη την ιστορική περίοδο μέσα στο υπογάστριο της Αγγλίας υπήρχε ένας λαός που έλεγε “όχι” στην Αγγλία, και αυτός έπρεπε να τιμωρηθεί, ό,τι και να κάναμε. Αν ερχόταν ο σοβιετικός στρατός, θα γινόταν παγκόσμιος πόλεμος μαζί με τους Σοβιετικούς, δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Όπως αν οι Αμερικανοί έμπαιναν μέσα στην Ουγγαρία ή αλλού, σε χώρες που είχαν ήδη διευθετηθεί να ανήκουν στη σοβιετική ζώνη. Δεν μπορούσε να γίνει αυτό... ήταν οι συμφωνίες του τρόμου, αυτές υπήρχαν από την αρχή. Είχε μοιραστεί ο κόσμος...

 

Τα βλέπατε τότε αυτά; Δεν μπορούσατε να τα δείτε...

 

Πώς να τα δούμε; Εμείς βλέπαμε ότι είχαμε δυνατότητες μόνοι μας να φτιάξουμε το μέλλον μας, αλλά δεν ξέραμε ότι ο Τσόρτσιλ ήταν ανελέητος. Γίνονταν ας πούμε εκλογές, παίρναμε μέρος στις εκλογές και βγάζαμε εκατό, εκατόν είκοσι βουλευτές. Θα μας σκότωνε όλους πάλι. Δεν υπήρχε περίπτωση να δεχτεί ο Τσόρτσιλ σε αυτή την περιοχή ένα κομμουνιστικό κόμμα που να ελέγχει το 40% ή το 50% του ελληνικού λαού, γιατί η Ελλάδα γι' αυτόν ήταν ένα αβύθιστο αεροπλανοφόρο υψίστης ανάγκης.

 

Δηλαδή κόβονταν όλοι οι δρόμοι του προς την Αίγυπτο, προς τις Ινδίες και αλλού. Τότε δεν υπήρχαν δορυφόροι και λοιπά, παρά μόνο οι θαλάσσιοι δρόμοι. Η Ελλάδα και ειδικά η Κρήτη ήταν κλειδί για την Αγγλία, δεν μπορούσε να την θυσιάσει με τίποτα.

 

Ήταν επίσης γι' αυτόν ένα ανάχωμα, για να περάσει σε μία επίθεση στο μαλακό υπογάστριο της Σοβιετικής Ένωσης, όπως ήταν τα Βαλκάνια. Ήταν η γειτονία με την Τουρκία. Λοιπόν, η Ελλάδα είχε μια βασιλεία, το βασιλιά Γεώργιο, είχε “διακόσια” χρόνια υποτέλεια...

 

...στην Αγγλία.

 

Δεν θα την άφηνε την Ελλάδα ο Τσόρτσιλ, με τίποτα. Θα μου πεις τι έκαναν οι άλλοι... Μα οι άλλοι είχαν να σκεφτούν τα δικά τους προβλήματα. Ο Στάλιν δεν μπορούσε να σκεφτεί την Ελλάδα, όταν η χώρα του είχε είκοσι εκατομμύρια νεκρούς.

 

Εσείς περάσατε πάντως πολλές απογοητεύσεις εκείνο τον καιρό, έτσι δεν είναι;

 

Εμείς ψυχολογικά ήμεθα εις το συν, μέχρι το τέλος της Μακρονήσου ακόμη.

 

Τόση δύναμη πήρατε, δηλαδή, από τη νίκη...

 

Εγώ κατάλαβα ότι ηττηθήκαμε μετά το τέλος της Χούντας. Ακόμη και μέσα στη Χούντα δεν το καταλάβαινα αυτό. Ήταν τέτοια η δύναμη που είχαμε αντλήσει από τη δική μας παρουσία και την αίσθηση ότι ήμαστε όλοι μαζί... ήταν αυτά που ζήσαμε μέσα στην Κατοχή, με τις μάχες που κάναμε, με τη συμπαράσταση του κόσμου, το γεγονός ότι απομονώσαμε τους ίδιους τους Γερμανούς... ήταν συγκλονιστικά πράγματα.

 

Εμείς πηγαίναμε, ας πούμε, στις γειτονιές όπου δεν περνούσε πια Γερμανός, βγάζαμε το πιστόλι στο χέρι ή βγάζαμε το γκρα και οι γυναίκες έβγαιναν στα μπαλκόνια και φώναζαν “Ζήτω ο ΕΛΑΣ, παιδιά μου”. Έρχονταν κάτω και μας αγκάλιαζαν σε όποια γειτονιά και αν πηγαίναμε. Οι Γερμανοί περνούσαν τη λεωφόρο Συγγρού και πέντε τετράγωνα πιο πάνω εμείς μπαίναμε θριαμβευτές μέσα στις γειτονιές, με τις γυναικούλες, με τους παππούδες... Αυτή ήταν η δύναμή μας. Έβλεπες ότι δεν έβγαιναν στα μπαλκόνια απλώς έτσι, έβγαιναν από αγάπη, να μας δώσουν το υστέρημά τους, γιατί ήμασταν απελευθερωτές, και ήταν μια μέθη η οποία δεν ξεκίνησε την πρώτη μέρα που έφυγαν οι Γερμανοί, αλλά ένα χρόνο πριν. Ένα χρόνο πριν υπήρχαν όλο και πιο πολλές γειτονιές απελευθερωμένες, γιατί δεν έμπαιναν πια μέσα οι Γερμανοί. Εκεί εμείς ήμασταν οι κυρίαρχοι. Ήμασταν, δηλαδή, ελευθερωτές.

 

Ζήσαμε αυτό το θρίαμβο, δεν ήμαστε πάνω σε άλογα, κρατάγαμε ένα απλό πιστολάκι, αλλά μόλις μας έβλεπαν... η γυναικούλα φώναζε: “Παιδιά, ο ΕΛΑΣ, παλικάρια μου, αγόρια μου, που μας ελευθερώσατε”.

 

Μας φιλάγανε, μας κάνανε... Δεν είχα κανένα φόβο σ' εμάς, βλέπαμε εκδηλώσεις τέτοιας μεγάλης, απόλυτης αγάπης – την ίδια αγάπη που ζήσαμε και εμείς στα Δεκεμβριανά. Στα Δεκεμβριανά πως πολεμούσαμε; Όπου πηγαίναμε άκουγες “Έλα ,παιδί μου, έλα εδώ”. Τρώγανε, και είχανε ένα ψωμί και μου έδιναν... “Φά' το, εσύ παλεύεις!”

 

Αυτά δεν τα ξέρει ο κόσμος. Νομίζει ότι ο ΕΛΑΣ ήταν ένας τυραννικός στρατός που έκανε θηριωδίες. Παιδιά του λαού ήταν όλοι αυτοί, που αψήφησαν το θάνατο και έτσι τους λάτρεψε ο κόσμος. Αυτό λοιπόν το πράγμα εξακολούθησε και μετά.

 

Τι έγιναν όλοι αυτοί μετά;

 

Χτυπήθηκαν ανελέητα. Μετά ξεχύθηκαν επάνω μας οι συμμορίες των Σουρλήδων, των παρακρατικών, το '45 μέχρι το '47.

 

Τότε η Αθήνα ήταν γεμάτοι ποτάμια κόσμου, εκατοντάδες χιλιάδες, που έκαναν τις διαδηλώσεις, τραγουδούσαν... Κάθε μέρα ήταν διαδήλωση : πενήντα χιλιάδες, εξήντα χιλιάδες. Μετά μπήκαν μέσα στο λούκι σιγά σιγά, μπήκαν στον Εμφύλιο Πόλεμο, από τα περισσότερα παιδιά πήγαν οι μισοί φαντάροι, οι μισοί στη Μακρόνησο. Στη Μακρόνησο είχαν αυτό το τέλος που ξέρεις, με τα βασανιστήρια.

 

Οι φαντάροι δεν ήξεραν τι κάνουν... Τους έβαζαν τα παιδιά απέναντι... να σκοτώνουν τους αντάρτες... Σιγά σιγά και αυτοί άρχισαν να φοβούνται, έγιναν εθνικόφρονες με το ζόρι... Τελικά έγιναν αυτοί που έγιναν.

 

Εβδομήντα με ογδόντα χιλιάδες αντάρτες με τις οικογένειές τους πέρασαν στις ανατολικές χώρες. Από τη Μακρόνησο περάσανε εκατό χιλιάδες. Στις φυλακές πενήντα χιλιάδες, μελλοθάνατοι είκοσι χιλιάδες, εκτελεσμένοι δεκαέξι χιλιάδες. Αυτά είναι μεγάλα νούμερα. Νεκροί, ας πούμε: του Εμφυλίου Πολέμου, πενήντα χιλιάδες από εδώ, πενήντα χιλιάδες από την άλλη πλευρά... εκατό χιλιάδες, εκατόν είκοσι χιλιάδες, ε, γονάτισε ο κόσμος τελικά, δεν μπορούσε να πολεμήσει πιο πολύ.

 

Ήρθε μετά το '51, άλλοι ήταν στη φυλακή, άλλοι στα βουνά, άλλοι στις ανατολικές χώρες, ξεκινάει η ζωή από την αρχή. Αριστερός; Δεν ει δουλειά. Αριστερός; Δεν έχει σπουδές. Αριστερός; Δεν έχει διαβατήριο. Αριστερός; Δεν έχει δίπλωμα αυτοκινήτου.

 

Κυρίως δεν έχει δουλειά. Εγώ δεν είχα που να δουλέψω. Ε, πώς να αντέξει ένας άνθρωπος; Κι εγώ ήμουν νέο παιδί. Ένας ου είχε παιδιά, οικογένεια, πώς να αντέξει; Άρχισαν να συμβιβάζονται... άδειασαν όλες οι επαρχίες, γιατί δεν μπορούσες να ζήσεις εκεί. Ένας αριστερός ήταν εκτεθειμένος πλέον και στο θάνατο ακόμη. Έφυγαν όλοι.

 

Και όλο αυτό το πράγμα πολιτικά το κεφαλαιοποίησε ο Παπανδρέου, πολύ αργότερα.

 

Ε, μετά έγιναν ένα χαρμάνι όλα αυτά τα πράγματα, δεν υπήρχε πια καμιά προοπτική για μια Αριστερά η οποία είχε κομμουνιστική ρίζα και ήταν καταδικασμένη – και ακόμη είναι καταδικασμένη. Εγώ αισθάνομαι ότι ακόμη υπάρχει αυτή η αίσθηση πάνω σε όλους εμάς που πήραμε το όπλο, το καταλαβαίνω αυτό, δεν τελείωσε... Ένας εμφύλιος πόλεμος είναι κάτι πάρα πολύ βαρύ, δεν τελειώνει εύκολα, δεν τελειώνει από τη μια μέρα στην άλλη, και η ελληνική Δεξιά ήταν και είναι πιο φανατισμένη από εκείνη του Φράνκο.

 

Στην Ισπανία έγιναν φοβερά πράγματα, και όμως ο Φράνκο, αφού κυβέρνησε εφτά οχτώ χρόνια, είπε: “Πρέπει να κάνω ένα μνημείο για την Ισπανία”. Έψαχνε, έψαχνε, βρήκε μια τοποθεσία καταπληκτική και εκεί έκανε ένα τεράστιο μαυσωλείο και διέταξε να ανοίξουν όλους τους τάφους. Πήραν τα κόκαλα των κομμουνιστών, πήραν τα κόκαλα των φασιστών,  τα έκαναν χαρμάνι και τα έβαλαν μαζί και είπαν “Έπεσαν για την Ισπανία”. Πού αλλού έγινε αυτό το πράγμα; Και ξέρουν ότι είναι οι κομμουνιστές και οι φασίστες. Δηλαδή τα αδέρφια, εχθροί.

 

Ε, δεν έγινε αυτό ακόμη στην Ελλάδα. Εδώ, αν πας στο Γράμμο επάνω... Εγώ πήγα στο Γράμμο, είδα κόκαλα, δεν τους έθαψαν ακόμη, είναι άταφοι οι νεκροί, και αυτό δείχνει πόσο σκληρή είναι η ελληνική Δεξιά. Όταν λέω “Δεξιά” δεν εννοώ τον Καραμανλή και τους άλλους, αυτά είναι αστεία πράγματα. Μπορεί ο δεξιός να είναι σήμερα και... πασόκος, ακόμη να είναι κάποιος που προέρχεται από τον προοδευτικό χώρο. Όταν λέω “δεξιός”, εννοώ τον άνθρωπο ο οποίος είναι εθνικόφρων, ο οποίος πιστεύει ότι είναι ο πατέρας του έθνους, όπως στην περίοδο του Εμφυλίου.

 

Δεν είναι αυτό παράξενο για την ιδιοσυγκρασία αυτού του λαού; Γιατί ο λαός μας είναι πολύ ανοιχτός λαός. Δηλαδή, είναι περίεργο...

 

Ε, παραμορφώθηκε, εγώ νομίζω ότι δεν είναι πια ο ίδιος ο λαός.

 

Υπήρχε μια άνοιξη το '60, ήταν τέτοια η συγκυρία... διότι δεν μπορούσε πια η Δεξιά, η παραδοσιακή, αυτή που είχε κάνει τον Εμφύλιο Πόλεμο, να συνεχίσει με τον ίδιο τρόπο αυτό το καθεστώς των διώξεων. Από το '60 άρχισαν πλέον να υπάρχουν όλο και μεγαλύτερα τμήματα του ελληνικού λαού που έλεγαν “Δεν μπορούμε πια. Δεν μπορούμε να έχουμε αστυνομικό κράτος, δεν μπορούμε να έχουμε ένα θρόνο που υπακούει στις εντολές των ξένων και είναι αγκαλιά με την Ασφάλεια”. Κοντά στους κομμουνιστές βγαίνουν και οι  κεντρώοι, βγήκε πολύς κόσμος...

 

Εγώ σε αυτή τη φάση βρέθηκα με το έντεχνο λαϊκό τραγούδι μαζί με τον Ρίτσο, κρατώντας σημαίες. Με το λαϊκό τραγούδι ξαμολήθηκα στην ύπαιθρο και ξέρω πώς έγινε αυτό το νέο κίνημα. Ήταν μια άνοιξη αυτή, ήταν όμως η τελευταία αναλαμπή.

 

Διότι μετά από αυτό, μπαμ, έφεραν τη Χούντα, έφαγαν την τελευταία καρπαζιά. Από εκεί και πέρα, με ό,τι ακολούθησε μετά το 1974 και με το ΠΑΣΟΚ, ζαλίστηκε ο κόσμος, δεν θέλει πια άλλο, δεν μπορεί. Δεν μπορεί να σηκώνει το '40, να σηκώνει το '45, το '49, το '60, να σηκώνει το '67, τη Χούντα και λοιπά και μετά να τρώει την καρπαζιά.

 

Ε, δεν γίνεται πια! Είναι ζαλισμένος ο κόσμος, ε, να τον αφήσουμε όπως είναι. Ευτυχώς έχει ένα δημοκρατικό καθεστώς και αυτό οφείλεται και σε εμάς τους αριστερούς, γιατί εμείς παλέψαμε εναντίον της Χούντας κι αγωνιστήκαμε για τη δημοκρατία.

 

Και ειδικά εσείς στηρίξατε τον Καραμανλή με φοβερό κόστος...

 

Εγώ προσωπικά είπα για τον Καραμανλή: “Δεν υπάρχει τίποτ' άλλο, τουλάχιστον αυτός να μας φέρει τη δημοκρατία, γιατί δεν μπορούμε άλλο πια, δεν μπορούμε άλλες περιπέτειες”. Αυτά που ακούγαμε από κάτι έξαλλους που έλεγαν “ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο” ή “ ένοπλος αγώνας” και λοιπά τα ακούγαμε βερεσέ, γιατί αυτά ο κόσμος δεν τα πίστευε πια. Αυτά δεν γίνονται με λόγια, αυτά γίνονται επί αναπεπταμένου πεδίου, γίνονται στα χωριά, στις συνοικίες, εκεί που ζει ο λαός, στα εργοστάσια, στα πανεπιστήμια...

 

Η δική μου η διάγνωση, ως ανθρώπους που έζησε όλα αυτά τα γεγονότα, ήταν ότι δεν πήγαινε άλλο. Και τώρα, σ' αυτόν το λαό τον αδικημένο, το φοβισμένο, τον κουρασμένο, ας δώσουμε αυτό το... ελάχιστο, που είναι όμως πραγματικά το μέγιστο, δηλαδή τη δημοκρατία. Και σήμερα την έχει και εγώ χαίρομαι πάρα πολύ, διότι ο άνθρωπος τρώει, πίνει, διασκεδάζει..

 

Όταν μου λένε “Μα υπάρχουν πολλά φαγάδικα, πολλές καφετέριες, τα παιδιά έχουν πολλές μηχανές, εγώ απαντώ: “Μακάρι, μακάρι να φάει ο ελληνικός λαός, πείνασε χίλια χρόνια. Πρέπει να τρώει άλλα χίλια χρόνια, να τρώει συνέχεια”. Δεν τρώει πια με την κοιλιά του ο κόσμος, τρώει με τα μάτια του. Τα μάτια του ήταν πεινασμένα, άσ' τον λοιπόν να φάει, άσε τα παιδιά να γλεντήσουν, να πάνε από δω κι από εκεί. Ένα πράγμα δεν δέχομαι: τα ναρκωτικά. Δεν δέχομαι την υποκουλτούρα. Δηλαδή τη δηλητηρίαση του σώματος και της ψυχής. Αυτό δεν το δέχομαι καθόλου. Εδώ πρέπει να πω ότι οι κυβερνήσεις και τα κόμματα όλα δεν κάνουν αυτό που πρέπει για να χτυπήσουμε αυτή τη μάστιγα. Για όλα τ' άλλα, δεν μπορούμε να πάμε παραπάνω. Εδώ βλέπεις μεγάλες χώρες, όπως η Ρωσία, και περνάνε πολύ δύσκολες στιγμές.

 

Οι Έλληνες ειδικά δεν μπορούν να κάνουν κάτι παραπάνω και δεν πρέπει, δε γίνεται. Προδοθήκαμε τόσες πολλές φορές, που λες “Λαός ευκολοπίστευτος και πάντα προδομένος”. Εγώ έζησα όλες τις προδοσίες, από το '40. μια, δυο, τρεις, τέσσερις, δεν πάει παραπάνω. Γι' αυτό είμαι ικανοποιημένος τώρα και γαλήνιος. Λέω “Εντάξει, τουλάχιστον ξέρεις ότι κάτι βγήκε”. Και να σου πω τι βγήκε; Ότι μέσα από όλα αυτά ο ελληνικός λαός δεν είναι προσκυνημένος, είναι προδομένος!

 

Πού το είδαμε αυτό;

 

Το είδαμε όταν ξεχύθηκε ο κόσμος για τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας. Μόνο ο ελληνικός λαός το έκανε. Δεν το έκανε μόνο γιατί αγαπάει τους Σέρβους, δεν το έκανε μόνο γιατί είναι χριστιανός ορθόδοξος, το έκανε γιατί είναι εναντίον της βίας. Το έκανε γιατί είδε το πρόσωπο της βίας των ισχυρών να χτυπά έναν αδύναμο και πήγε με τον αδύναμο. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του μη προσκυνημένου, αυτού που χτυπάει τη βία, ανεξάρτητα πόσο μεγάλη είναι και πόσο κακό μπορεί να σου κάνει. Το έκανε με το Αφγανιστάν. Όλοι οι Ευρωπαίοι κάθονται στις πολυθρόνες τους και βλέπουν τα παιδάκια του Αφγανιστάν να σκοτώνονται και κανείς δεν σηκώνεται, όμως ο ελληνικός λαός ξεσηκώθηκε. Τώρα με την Παλαιστίνη το ίδιο γίνεται. Δηλαδή έχουμε τρεις κρίσεις και άμα γίνει και άλλη κρίση (που εύχομαι να μη γίνει), ο ελληνικός λαός θα είναι πάλι εκεί. Άρα είμαστε προδομένοι, δεν είμαστε προσκυνημένοι, και γι' αυτό είμαι ευχαριστημένος. Τουλάχιστον να τρώμε και να είμαστε ελεύθεροι.

 

Για να πάμε πίσω λίγο. Πιο πριν, σε ένα άλλο περιστατικό, πριν φύγουν οι Γερμανοί, σας έσωσε μια λέξη: “κομπονίστ”.

 

Γι' αυτό μίλησα πριν για σχιζοφρένεια. Όταν πιάστηκα από την Γκεστάπο και πήγα κάτω στα υπόγεια...

 

Σας πήγαν στη Μέρλιν;

 

Όχι, στην Γκεστάπο, στα τοπικά, που είχαν στη στροφή της Νέας Σμύρνης...

 

Στα τοπικά...

 

Κάθε τοπικό είχε τα δικά του βασανιστήρια, ήταν πολύ απλό. Πώς το λένε, “Κάθε λιμάνι και καημός, κάθε Γκεστάπο και υπόγειο”. Ήταν πολύ απλό. Ήμουν υποψήφιος για να με πετσοκόψουν, είχαν κάτι εργαλεία, κάτι τραπέζια... Πριν με πάνε εκεί, ήρθαν οι Γερμανοί – είχαν σκοτώσει ήδη έναν πριν από λίγο – για να μου πάρουν την ταυτότητα.

 

Επειδή έγινε πολύ φασαρία στην Ελλάδα για τις ταυτότητες, σας πληροφορώ ότι τις ταυτότητες τις είχαν καθιερώσει οι Γερμανοί τότε. Ήταν κάτι ροζ ταυτότητες, πρέπει να την έχω ακόμη τη δική μου. Πήγαινες στα γραφεία της Γκεστάπο και εκεί έδινες τα στοιχεία σου και η Γκεστάπο σου έδινε αυτά τα δελτία ταυτότητας, γραμμένα στα γερμανικά.

 

Όταν λοιπόν με ρώτησε ποιο είναι το επάγγελμά μου (ήμουν τελειόφοιτος του Ωδείου Αθηνών, έγραφα και μουσική), τι να πω τώρα; Μαθητής; Λέω “κομπονίστ”, συνθέτης. Μου λέει ο επικεφαλής λοιπόν εκεί κάτω των βασανιστών: “Παπίερ”.

 

Χαρτιά...

 

Βγάζω λοιπόν την ταυτότητα. Μεταφραστής ήταν ένας Έλληνας από την Πάτρα, συστήθηκε και ο ίδιος μάλιστα. Λοιπόν λέει: “Κομπονίστ;” Απαντώ: “Για, γιαβόλ” - αυτό το έλεγα πολύ... γερμανικά! Λέει: “Πιανίστ;” “Γιαβόλ”. Ρωτάει: “Μπαχ; Μπετόβεν;” Του λέω “Μπραμς”. “Μπραμς;” λέει ο Γερμανός. “Βάγκνερ;” Και τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν. Όλοι οι βασανιστές ήταν ακροατές της κλασσικής μουσικής. Έγιναν αρνάκια. “Γκουτ, γκουτ”, κάνει σε μένα. “Αυτός”, λέει, “τι θέλει εδώ πέρα; Γιατί τον πιάσατε;”

 

Ο άλλος καθώς μετέφραζε, μου έλεγε: “Σε συμπάθησαν, παλιοκουμμούνα”.

 

Α, μπα, ο Έλληνας...

 

Ναι! “Δε θα σε αφήσω εγώ”. Και τους έλεγε διάφορα: “Είναι κομμουνιστής”...

 

Δηλαδή ο Έλλην ας ήθελε να τιμωρηθείτε...

 

Ναι.

 

...και οι Γερμανοί να φύγετε!

 

Άρχισαν να τσακώνονται μεταξύ τους. Να λέει αυτός “Είναι κομμουνιστής”, να λένε αυτοί: “Μα τι; Πού το ξέρεις; Κομπονίστ, νο κομμουνιστ”.

 

Και μου λέει ένας: “Σπρέχεν ντόιτς, βάστεν”. Λέω “Για”. “Τι κάνατε εκεί πέρα;” με ρωτάει. “Είχα ραντεβού με τη “μαιν μέντχεν” - την κοπέλα μου, απαντώ. “Α, και πού είναι τώρα;” “Θα είναι εκεί έξω”. “Πήγαινε να δεις”, μου λέει, και πράγματι η Μυρτώ ήταν έξω. Είχα ραντεβού πραγματικά, είδαν και τη Μυρτώ, και μου λέει ο Γερμανός: “Θα κρατήσουμε την ταυτότητα, τελείως τυπικό θέμα, θα έρθεις αύριο εδώ να την ξαναπάρεις”. “Μόργκεν. Γιαβόλ. Αουφίντερζεν”.

 

Του “αγίου Μπραμς”, λοιπόν...

 

Του “αγίου Μπραμς”! Και ξαμολιέμαι και τρέχω στο γραφείο του πατέρα μου στην Κλαυθμώνος. “Σώθηκα!” του λέω, γιατί ήμουν καταδικασμένος σε θάνατο, δι' απαγχονισμού μάλιστα. “Από τα νύχια τους έφυγα, θέλω ένα δώρο”, συνέχισα.

Η πρώτη παρτιτούρα μου ήταν αυτή. Πήγαμε στον Νάκα και μου έκανε δώρο την εισαγωγή του Τανχόιζερ.

 

Πάλι ο Τανχόιζερ στη ζωή σας.

 

Ναι, ήταν στο μυαλό μου. Και εξαφανίστηκα φυσικά, ωσότου έφυγαν οι Γερμανοί. Τελευταία μου συνάντηση ήτα με εκείνον τον Γερμανό πάνω στο τανκ, και μετά βέβαια τα πράγματα άρχιζαν να συννεφιάζουν στην Ελλάδα. Ήρθε ο Παπανδρέου και πήγαμε όλοι (κι εγώ με τη Μυρτώ)στην πλατεία Συντάγματος. Ήμαστε κάτω από το μπαλκόνι που μιλούσε ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος έλεγε: “Πιστεύομεν και εις την λαοκρατίαν”.

 

Μα πολύ τον πιέσατε τον άνθρωπο, λαοκρατία, λαοκρατία...

 

Ναι, ναι, φωνάζαμε όλοι μαζί, τον σκάσαμε. “Πιστεύω εις την λαοκρατίαν”...

 

Πιστέψατε στον Παπανδρέου καθόλου εκείνη την εποχή;

 

Πώς, πιστεύαμε. Εγώ πάντα είμαι της εθνικής ενότητας, βλέπεις. Υπήρχαν κομμουνιστές μέσα στην κυβέρνηση, υπήρχε μια τάση του κόσμου να πιστεύει ότι πάμε τώρα για μια ομαλή πορεία.

 

Είχατε χαρεί με τη συμφωνία ου Λιβάνου, που τέλος πάντων εξέφραζε κάπως και αυτό το όραμα το δικό σας;

 

Σου είπα ότι ήμεθα μοιρασμένοι στα δύο. Δηλαδή στις συζητήσεις που γίνονταν στη βάση – η βάση μου ήταν ο στρατός, στον ΕΛΑΣ – οι περισσότεροι υποστήριζαν ότι είναι προδοσία. Αλλά από την άλλη μεριά ήταν...

 

...η ελπίδα.

 

Πιστεύαμε ότι έχουμε ικανούς ηγέτες και ότι δε θα πατήσουμε την πεπονόφλουδα, ωσότου διαβάζουμε εκεί μια ανακοίνωση. Μας είπαν λοιπόν μέσα στην Οργάνωση ότι πρέπει να κατεβάσουμε τον κόσμο στις 3 του Δεκέμβρη στην πλατεία Συντάγματος.

 

Ήταν μια διαμαρτυρία αυτή η συγκέντρωση, διότι, ενώ η συμφωνία ήταν ο ΕΛΑΣ να μπει στον κανονικό στρατό και οι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ να γίνουν αξιωματικοί του εθνικού στρατού, οι άλλοι τα αρνήθηκαν όλα αυτά τα πράγματα. Κατόπιν τούτου, παραιτήθηκαν οι κομμουνιστές υπουργοί και εκλήθη ο λαός από το Κομμουνιστικό Κόμμα να κάνει τη μεγάλη συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος, προκειμένου να ανατρέψει αυτές τις αποφάσεις και να ξαναγυρίσουν πάλι στις δικές τους συμφωνίες, αυτές που έκαναν στον Λίβανο. Μάλιστα θυμάμαι ότι από νωρίς το πρωί είχαμε προσυγκεντρώσεις, χτυπάγανε τις καμπάνες της  Αθήνας και άρχισε να μαζεύεται ο κόσμος, ρυάκια ρυάκια...

 

Για πόσο κόσμο μιλάμε; Όλη η Αθήνα στο δρόμο...

 

Εκατό χιλιάδες, τουλάχιστον. Δηλαδή, όταν ξεκινήσαμε εμείς, φτάσαμε, ας πούμε, στο Φιξ και ο κόσμος έφτανε από το Φιξ αλλά και από τον Άγιο Σώστη μέχρι το Σύνταγμα. Όλοι αυτοί οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο. Έρχονταν επίσης από την Πατησίων και από το Πεδίον του Άρεως. Είχε πήξει ο κόσμος πια. Εκεί δε στο Φιξ μπροστά, μας προσπέρασε η Καλλιθέα και γελούσαν μάλιστα, “Θα πάμε πρώτοι εμείς”. Τυχαίνει τη στιγμή που είναι η Καλλιθέα μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη, εμείς να είμαστε πλέον στην είσοδο του Εθνικού Κήπου, λίγο πιο κάτω. Ήταν ένα πρωινό με πάρα πολλή ομίχλη και τότε ξαφνικά άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί...

 

Πάνω από τα κεφάλια στην αρχή...

 

... και οι Εγγλέζοι, που είχαν τα τανκς μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη, δυο τρία τανκς, σημάδευαν προς τον Εθνικό Κήπο. Ήταν τα τροχιοδεικτικά βλήματα, πέρναγαν ίσως τα τρία μέτρα – εγώ ήμουν δυο μέτρα, ένα μέτρο δηλαδή πάνω από το κεφάλι μου. Ο κόσμος φυσικά έπεσε κάτω και άρχισε να υποχωρεί. Φτάσαμε υποχωρώντας στο Ζάππειο και άρχισε να γίνεται πλέον ο ανασχηματισμός...

 

Θυμάμαι ότι πήρα μια ελληνική σημαία την οποία ανέμιζα – είμαι και ψηλός – και φώναζα τον κόσμο να ακολουθήσει. Κι όταν έφτασα ακριβώς μπροστά στο Σύνταγμα, είδα το τανκ στα είκοσι μέτρα, γιατί, όπως είπα, είχε ομίχλη. Το τανκ πρόβαλε με τον Εγγλέζο μπροστά. Εκεί, στα είκοσι μέτρα...

Κοιτάζω μπροστά μου και ήταν γεμάτο κορμιά, άλλοι σπάραζαν, άλλοι φώναζαν, άλλοι ήταν ακίνητοι, ήταν όμως όλοι μέσα σε μια λίμνη αίματος. Είχε φτάσει το αίμα τόσο πολύ, περίπου στους πέντε πόντους πάνω στο κράσπεδο, κι εγώ αυθόρμητα πήρα τη σημαία, τη βούτηξα μέσα, έγινε κατακόκκινη κι έσταζε αίμα...

Εκείνη τη μέρα σκότωσαν εβδομήντα και τραυμάτισαν κάπου διακόσιους  πενήντα, αλλά το αίμα ήταν τόσο πολύ... Κι ήταν όλοι από την Καλλιθέα. Αν δε μας προσπερνούσαν στην πορεία, θα ήμασταν εμείς πιο πριν στη σειρά...

 

Αλλά πρέπει να ήταν πολλοί φίλοι σας εκεί μέσα, γιατί από εκεί ξεκινήσατε κι εσείς...

 

Όλοι φίλοι μας. Ήταν και ο πατέρας μου μάλιστα, ο οποίος, επειδή με ακολουθούσε πάντα με την Καλλιθέα, με προσπέρασε, χωρίς να το καταλάβει. Υπάρχει φωτογραφία μου με τη σημαία.

 

Αυτή τη σημαία;

 

Ναι! Υπάρχει επίσης φωτογραφία μου που σκύβω πάνω από έναν νεκρό και με ένα καθρεφτάκι θέλω να δω αν ανασαίνει. Με φωτογράφιζαν πάνω από τη “Μεγάλη Βρετανία”. Δημοσιεύτηκε σε ένα δανέζικο περιοδικό.