Για την «Ερημιά» (Στην Όλγα Μπακομάρου)

2006

ΗΜ/ΝΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ: 08.07.2014

Όσον αφορά τον εαυτό μου, νοιώθω την ανάγκη και κλείνομαι όλο και πιο πολύ μέσα μου. Η ψυχική ηρεμία που επιδιώκω ή η ΕΡΗΜΙΑ δεν έχει τίποτα το αρνητικό. Αντιθέτως με βοηθά να δουλεύω πνευματικά πολύ πιο ουσιαστικά από πριν.

 

Σε ό,τι αφορά τους άλλους -την κοινωνία- διαπιστώνω ότι συνεχώς λιγοστεύουν όλα εκείνα που κάποτε έφερναν τους ανθρώπους τον έναν κοντά στον άλλον. Και έχει πλέον εμπεδωθεί ένα Σύστημα Σχέσεων που ουσιαστικά απομακρύνει τον έναν από τον άλλον. Αλήθεια ποια ιδέα, ποιο ιδανικό, ποια συλλογικότητα μας ενώνει σήμερα; Εγώ βλέπω έναν αγωνιώδη ατομικό αγώνα για αναρρίχηση εκεί που επιτάσσει το συμφέρον του καθενός, χωρίς ίχνος αλληλεγγύης και δίχως την ανάγκη πνευματικής καλλιέργειας και ψυχικής ανάτασης. Αν αυτό δεν είναι ΕΡΗΜΙΑ, τότε πώς αλλοιώς μπορεί να το ονομάσεις;

 

Υπάρχει όμως και ένας τρίτος λόγος για τον τίτλο ΕΡΗΜΙΑ. Όλοι εμείς που φτιάξαμε αυτά τα τραγούδια, γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι από την άποψη της αγοράς στον χώρο της ελληνικής δισκογραφίας, τα ρίχνουμε μέσα σε μια άνυδρη, εχθρική περιοχή, δεδομένου ότι έχει επικρατήσει σε ασφυκτικό βαθμό ένα είδος τραγουδιού με το οποίο εμείς όχι μόνο δεν έχουμε καμμία σχέση αλλά η μόνη σχέση που μπορούμε να έχουμε είναι του νερού με τη φωτιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι απεμπολούμε τη θέση μας μέσα στο ελληνικό τραγούδι. Θέση που άλλωστε την κρίνει μονάχα ο λαός και η ιστορία. Και άλλοτε συνέβη όταν ο Οδυσσέας έφυγε από την Ιθάκη για να πάει να πολεμήσει στην Τροία να εισβάλουν οι Μνηστήρες στο Παλάτι του διεκδικώντας την Πηνελόπη. Σ’ αυτή τη φάση βρισκόμαστε σήμερα. Μπορεί το Παλάτι με τους Μνηστήρες να είναι για την ΕΡΗΜΙΑ ένας αφιλόξενος, εχθρικός και έρημος χώρος, όμως πίσω από τους τοίχους η Πηνελόπη παραμένει αγνή και αμόλυντη και τα νέα τραγούδια μας θα είναι γι’ αυτήν νέκταρ και ελπίδα. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι ο δικός μας Τηλέμαχος δεν είναι μόνος.

 

Έχει τώρα κοντά του τη Μαρία, που τις κρύες και σκοτεινές νύχτες, όταν η Πηνελόπη ξηλώνει κρυφά τα μάλλινα, γλυκαίνει με το τραγούδι της την πονεμένη της ψυχή.

Το λαϊκό τραγούδι, όπως άλλοτε το δημοτικό, είναι έκφραση συλλογικότητας. Υπάρχει στον «αέρα» διάχυτη «μουσικοποιητική» ουσία, την οποία συλλαμβάνει με τις κεραίες του κάποιος προικισμένος απ’ τη φύση ποιητής, μουσικός είτε μουσικοποιητής. Αυτό που λέμε τραγουδοποιός.

 

Γι’ αυτόν τον λόγο το τραγούδι δεν γεννιέται αόριστα και γενικά αλλά μέσα σε συγκεκριμένους χώρους, περιστάσεις και συνθήκες ζωής. Τα πανηγύρια, τα λαϊκά κέντρα, οι μπουάτ κλπ. υπήρξαν λίκνα του ελληνικού τραγουδιού. Σήμερα συμβαίνει το εξής: Τα μόνα «λίκνα» είναι τα διάφορα νυχτερινά κέντρα από τα σκυλάδικα έως τον Διογένη και τις Αρένες. Και επειδή στους χώρους αυτούς πηγαίνει μια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων, το τραγούδι που κυριαρχεί είναι αυτό που κατασκευάζεται κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους. Στη συνέχεια γίνεται κυρίαρχο, κατακτά την αγορά, την ραδιοφωνία, την τηλεόραση και κατ’ ακολουθία επηρεάζει το μεγάλο κοινό.

 

Διαμορφώνει την αισθητική, το γούστο και όχι μόνο. Γιατί όπως κάθε τραγούδι, έχει κι αυτό την ιδεολογία του. Ποια είναι αυτή; Σας αφήνω να την φανταστείτε.

 

Να για ποιο λόγο εγώ από το 1961 άρχισα να περιοδεύω συνοικίες και επαρχία με τις λαϊκές μου συναυλίες. Για να δημιουργηθεί ένας χώρος εκτός απ’ αυτά τα δαπανηρά κέντρα, μέσα στον οποίο να εκφράζεται η συλλογικότητα και το νέο τραγούδι. Αυτή η προσπάθεια πέτυχε. Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού μετά την πτώση της Χούντας, που βασίστηκε αποκλειστικά σχεδόν σ’ αυτές τις Λαϊκές Συναυλίες. Τότε επειδή το κυρίαρχο ρεύμα γύρω από το τραγούδι το δημιουργούσε η συλλογικότητα των συναυλιών, ακολουθούσε και η δισκογραφία, η Ραδιοφωνία και η Τηλεόραση. Η γενιά των συνθετών, ποιητών και τραγουδιστών στις δεκαετίες ΄70 και ΄80 βγήκε μέσα απ’ αυτή την συλλογικότητα των λαϊκών συναυλιών.

 

Στις μέρες μας αυτές οι συναυλίες περιορίζονται στο καλοκαίρι, γιατί τον χειμώνα δεν υπάρχουν οι κατάλληλοι χώροι. Για τον λόγο ακριβώς αυτόν πριν 20 περίπου χρόνια, μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι, ζητήσαμε από την Πολιτεία ένα χώρο -όπως ήταν τότε το Παλλάς- για να τον καταστήσουμε μικρό λίκνο του ελληνικού τραγουδιού. Θυμάμαι ότι το κόστος για τον ευπρεπισμό αυτής της σάλας ανερχόταν τότε σε 50-60 εκατομμύρια δραχμές, που δεν μας τα έδωσαν, όπως φυσικά δεν μας παραχώρησαν τον χώρο αυτόν ούτε κανέναν άλλον. Γνωρίζαμε λοιπόν από τότε ότι τα πράγματα θα γινόταν όλο και πιο δύσκολα για το ελληνικό τραγούδι, γιατί όπως είπα, για να δημιουργηθεί και να ανθίσει το λαϊκό τραγούδι, χρειάζεται χώρους μέσα στους οποίους να μπορεί να εκφράζεται η συλλογικότητα. Στο μεταξύ οι άλλοι έτρεχαν πιο γρήγορα και πιο δυνατά, γιατί είχαν τη συμπαράσταση των πελατών με τα χοντρά πορτοφόλια, που γι’ αυτούς το τραγούδι ήταν ένα πρόσχημα να ξεδώσουν, να ξεσπάσουν και να τα σπάσουν. Όμως μπορούμε να πούμε ότι αυτή η πελατεία είναι αντιπροσωπευτική της ελληνικής κοινωνίας, ώστε τα γούστα της να μας επιβάλλονται με τρόπο εξοντωτικό από τη Ραδιοφωνία - Τηλεόραση και την «Υψηλή Κοινωνία»; Φυσικά όχι. Επομένως ο λαός στη μεγάλη του πλειοψηφία μένει κολλημένος στα τραγούδια που τον εκφράζουν και μόλις βρει ευκαιρία γεμίζει τα στάδια για να δείξει την αγάπη του και την προσήλωσή του στο δικό του τραγούδι, παρ’ όλο τον βομβαρδισμό κακογουστιάς που δέχεται καθημερινά.

 

Όμως ποια τραγούδια είναι αυτά; Δεν θα πω ονόματα. Ούτε ποιητών ούτε συνθετών ούτε τραγουδιστών. Γιατί είναι πασίγνωστα, δεδομένου ότι κυριάρχησαν στις τελευταίες δεκαετίες -ιδιαίτερα μετά τη Χούντα- και που έχουν τις ρίζες τους στη δεκαετία του εξήντα. Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι εκτός από τα «λίκνα» των συναυλιών σε μεγάλους εξωτερικούς χώρους, υπήρξαν στις πρώτες μεταχουντικές δεκαετίες και τα «λίκνα» πολλών μπουάτ από μεγάλες έως μικρές. Γεννήθηκε λοιπόν, καλλιεργήθηκε, συντηρήθηκε και αναπτύχθηκε μια καινούρια συλλογικότητα με δύο κυρίαρχα χαρακτηριστικά: Πρώτον ότι η πλειοψηφία  ήσαν νέες και νέοι και δεύτερον το μορφωτικό επίπεδο του μέσου όρου ήταν υψηλό, οι περισσότεροι ήσαν πολιτικοποιημένοι, γεγονός που σημαίνει ότι αισθάνονταν ένα βαθμό ευθύνης ο καθένας για όσα συμβαίνουν στη χώρα τους και στην ανθρωπότητα. Πρέπει να ξεχωρίζουμε την πολιτικοποίηση από την κομματικοποίηση. Γι’ αυτόν τον λόγο αν εξετάσει κανείς τη θεματολογία των σημαντικότερων στιχουργών της εποχής, λ.χ. του Λ. Παπαδόπουλου, του Μ. Ελευθερίου, θα δει ότι κυριαρχεί το προσωπικό συναίσθημα, που αντανακλούσε σ’ αυτή τη νέα συλλογικότητα γύρω από το τραγούδι, που το ήθελε να είναι ποιητικό, ερωτικό και κυρίως ευγενές, κατ’ εικόνα και ομοίωση αυτού του νέου ελληνικού κοινού, που στην συντριπτική του πλειοψηφία συνταίριαζε την ευθύνη απέναντι στους άλλους με τα προσωπικά του αισθήματα.

 

Αυτά τα νέα τραγούδια ήρθαν να δέσουν αρμονικά με κείνα της δεκαετίας του ΄60 και κείνα της χουντικής περιόδου, γιατί είχαν ένα κοινό γνώρισμα, την ευγένεια και την ποιότητα του στίχου σε συνδυασμό με την αλήθεια και την ομορφιά της μελωδίας. Και κυρίως την υπευθυνότητα του κοινού.

 

Έτσι μπορούμε να πούμε ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ΄50 έως σήμερα δημιουργήθηκε το νέο ελληνικό τραγούδι -σαν συνέχεια φυσικά του ελαφρού, του ρεμπέτικου και του λαϊκού μας τραγουδιού- με εντελώς καινούρια χαρακτηριστικά, ώστε να μπορούμε άνετα να μιλάμε για μια τέχνη που εκτός από το γεγονός ότι ήταν λαϊκή, δηλαδή απηχούσε το λαϊκό συναίσθημα, ήταν συγχρόνως και «λόγια», καθώς σε πολλές περιπτώσεις εξέφραζε πνευματικές αλλά και ιδεολογικές ανησυχίες, όπως πρέπει να έχουν οι ώριμοι και υπεύθυνοι πολίτες μιας σοβαρής χώρας που πατάει γερά στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις.

 

Είναι λοιπόν πολύ ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς, γιατί οι έχοντες και κατέχοντες φοβούνται όπως ο διάβολος το λιβάνι αυτό το νέο ελληνικό τραγούδι, ώστε να προσπαθήσουν να το πνίξουν και αν είναι δυνατόν να το εξαφανίσουν παντελώς από την εθνική μας ζωή;

 

Και άλλοτε υπήρχε το τραγούδι της διασκέδασης και τα νυχτερινά κέντρα με τα λουλούδια και τα σπασμένα πιάτα. Δεν κατάφερε όμως αλλά ούτε και το επεδίωξε να γίνει το Α και το Ω του ελληνικού τραγουδιού όπως επιχειρείται να γίνει σήμερα εξοβελίζοντας όλα τα άλλα. Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί γίνεται αυτό; Είναι μόνο θέμα μόδας ή εκφράζει την ιδεολογία αυτής της συγκεκριμένης νεοπλουτικής ολιγαρχίας που νέμεται τα ΜΜΕ και ειδικά την τηλεόραση; Μήπως επαναλαμβάνεται ο μύθος του Αισώπου με τον κόλουρο πίθηκο που θέλει να μεταβάλει το κουσούρι του σε προτέρημα;

 

Εν πάση περιπτώσει την τελική μου άποψη νομίζω ότι την είπα συνθέτοντας την ΕΡΗΜΙΑ. Που σημαίνει ότι δεν πιστεύω σ’ αυτές τις φτειαχτές καταστάσεις, που μου θυμίζουν … Χούντα. Εκείνο το περίφημο «αποφασίζομεν και διατάσσομεν». Έτσι και τούτοι δω αποφάσισαν και διέταξαν στηριγμένοι στη δική τους βία του μονοπώλιου στην πληροφόρηση και στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, νοοτροπίας και γούστου να σβήσουν με μια μονοκονδυλιά μια εθνική καλλιτεχνική κατάκτηση, που πλούτισε και εξακολουθεί να πλουτίζει ψυχικά, συναισθηματικά και πνευματικά τον ελληνικό λαό. Όμως αυτά δεν περνάνε τελικά στον λαό. Και ο λαός μας, όπως πάντα στους δίσεκτους καιρούς, βράζει πίσω από το χρωματιστό γυαλί. Κι όλες αυτές οι δήθεν πλειοψηφίες με τα μηχανάκια και τις μηχανορραφίες είναι μόνο για τους διαφημιστές και τους προσκυνητές του χρήματος και της γκλαμουριάς.

 

Εάν δεν ήμουν βέβαιος πως υπάρχει η άλλη Ελλάδα, θα σιωπούσα. Δεν θα έγραφα τραγούδια για τον λαό. Το ίδιο σκέφτονται και οι συνεργάτες μου, γιατί γνωρίζουν ότι ο καιρός είναι μαζί μας. Και ο λαός είναι μαζί μας. Δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει αυτό το κακό. Δεν ξέρω αν θα αξιωθώ να δω αυτή τη νέα αλλαγή. Ξέρω μονάχα ένα: ότι ποτέ δεν ένοιωσα να βρίσκομαι πιο κοντά στο λαό μας. Ίσως γιατί μας ενώνει η ΕΡΗΜΙΑ του καθενός, όπως σ’ εκείνους τους δύσκολους καιρούς. Όμως κάποτε οι χιλιάδες ΕΡΗΜΙΕΣ έσμιξαν κι έγιναν εκείνα τα ποτάμια… Ας μην πούμε καλλίτερα πώς, πότε και πού και ας αφήσουμε την φαντασία μας να μας οδηγήσει.

 

Αθήνα,   29.1.2006

 

Μίκης Θεοδωράκης