Συνέντευξη στο περιοδικό Homme (Γιάννης Παπαϊωάννου)

2004

ΗΜ/ΝΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ: 03.07.2014

1.- Στο παρελθόν υπήρξατε όχι απλά πολιτικοποιημένος, αλλά και στρατευμένος. Πώς βλέπετε τον ρόλο του καλλιτέχνη στην εποχή μας; Ποιες είναι οι δυνατότητες παρέμβασης που έχει η τέχνη στην Ελλάδα του σήμερα; Γιατί αποφεύγουν τις πολιτικές ή άλλες κοινωνικές παρεμβάσεις οι σημερινοί συνθέτες κα ερμηνευτές;
 
Μ.Θ. Η συμπεριφορά του καθενός (πολίτη είτε πολίτη – καλλιτέχνη) είναι το αποτέλεσμα της αγωγής του προ παντός και στη συνέχεια της μόρφωσης, των πνευματικών του οριζόντων, του ατομικού του θάρρους και του πώς ο ίδιος μετρά την προσωπική του ευθύνη απέναντι στους άλλους με τους οποίους συνιστά την κοινωνία, τον λαό, το έθνος μέσα στο οποίο κολυμπά όπως το ψάρι στο νερό. Εμένα δεν θα μου άρεσε να βλέπω τους άλλους να κουβαλούν τη «θάλασσα» για να μπορώ εγώ να κολυμπώ άνετα χωρίς να σκέφτομαι τι θα γίνει αν αδειάσει ξαφνικά η θάλασσα-χώρα μου; Πώς θα αναπνέω; Πώς θα ζω; Μήπως λοιπόν τελικά η αδιαφορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας πονηρός εγωισμός, η συνηθισμένη εκδήλωση του εξυπνάκια (που αφθονεί τόσο στην χώρα μας) ν’ αφήσουμε τον άλλο να βγάζει το φίδι από την τρύπα; Ειλικρινά απορώ κάθε φορά που θα πρέπει να απαντώ για πράγματα αυτονόητα, όπως είναι η ευθύνη που θα πρέπει να έχει ο κάθε πολίτης (και ίσως περισσότερο ο καλλιτέχνης) απέναντι σε κάθε τι που αφορά τον τόπο του. 
 
2.- Όταν δεν συμβιβάζεται το κράτος και η εκάστοτε εξουσία με το λαϊκό τραγούδι, αυτό οφείλεται σε φόβο ή απαξίωση της λαϊκής κουλτούρας εν γένει;

 
Μ.Θ. Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς. Νομίζω ότι είναι ιστορικά ενδιαφέρον να ξαναθυμίσουμε εδώ, μιας κα θέτετε το πρόβλημα των σχέσεων της Εξουσίας με το Λαϊκό τραγούδι, αυτό που συνέβαινε κατά την εποχή του Εμφυλίου Πολέμου. Την εποχή λοιπόν εκείνη, η τότε στρατιωτική εξουσία (που κυριαρχούσε στη χώρα μας) είχε μεταβάλει τον ραδιοφωνικό σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων (ΥΕΝΕΔ) σε πραγματικό παράδεισο του λαϊκού τραγουδιού. Πράγματι από το πρωί έως το άλλο πρωί δεν άκουγες παρά μόνο λαϊκά τραγούδια, μερικά από τα οποία είχαν προσαρμοστεί στις περιστάσεις όπως λ.χ. το Φανταράκι, που πρωτάκουσα στην Μακρόνησο, στο Α΄ Τάγμα, στα 1948:


            Το φανταράκι απόψε πάλι
            έχει μεράκι και τα ΄χει πιει
            γιατί έχει μέρες να πάρει γράμμα
            απ’ το κορίτσι του και ανησυχεί.
            Μα ο λοχαγός του είναι λεβέντης
            έχει και κείνος καλή καρδιά……


Εγώ δυστυχώς δεν μπορούσα φυσικά να συμφωνήσω με τον λαϊκό μας βάρδο, δεδομένου ότι ο δικός μου λοχαγός με είχε … θάψει ζωντανό.

 

Όλα αυτά για να μην ξεχνάμε την πρόσφατη ιστορία μας, γιατί έχω παρακολουθήσει άπειρες εκπομπές στην κρατική τηλεόραση για την σχέση του ρεμπέτικου με τις προοδευτικές μας δυνάμεις, όπου περιέργως υπάρχει σιγή ιχθύος για την περίοδο του Εμφυλίου.
 
 
3.- Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της ανεξέλεγκτης ηλεκτρονικής πλήροφορίας φοβάστε για το μέλλον της ελληνικής γλώσσας;

 
Μ.Θ. Όλα μπορεί να συμβούν, όχι όμως κι έτσι. Δεν σβήνει από μια μέρα στην άλλη μια γλώσσα που άντεξε τόσους αιώνες και τόσες δοκιμασίες. Εξ άλλου αυτό που ονομάζεται «παγκοσμιοποίηση» τι είναι; Μήπως μαζί με τις πληροφορίες και τα προϊόντα που μας κατακλύζουν συμβαίνει και κάτι βαθύτερο, ουσιαστικότερο, συγκλονιστικότερο, που να θέσει σε αμφισβήτηση τα πολιτιστικά μας θεμέλια και να οδηγήσει σε αλλαγές; Εγώ δεν το βλέπω! Για να αλλάξει κάτι (και μάλιστα τόσο ουσιαστικό και ισχυρό όπως είναι η εθνική συνείδηση ενός λαού) θα πρέπει να του αντιπαρατεθεί ένας ανώτερος πολιτισμός, που να φέρει σ’ αυτόν τον λαό τα πάνω – κάτω. Μήπως βλέπετε εσείς έναν τέτοιο κίνδυνο από το υπ’ αριθμόν ένα μοντέλο της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή τον «αμερικανικό πολιτισμό»; Μα και αν υπάρχει (και υπάρχει ασφαλώς) αμερικανικός πολιτισμός, τα «προϊόντα» που μας κατακλύζουν με τη μάρκα Made in USA είναι κατώτερα παντός άλλου σύγχρονου πολιτισμού, πολύ κατώτερα του ευρωπαϊκού και φυσικά και του ελληνικού. Όλα περνάνε πάνω από το κεφάλι μας και σίγουρα πολύ πιο πάνω από την ψυχή μας. Φτάνουν μόνο στο δέρμα μας. Μας γαργαλάνε. Μας ερεθίζουν και συχνά μας αηδιάζουν.