Πολιτική φιλοσοφία

16.12.2011

Το ΧΡΕΟΣ, Τόμος Β', σελ 845 έως 850.

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Ἀθήνα, 20 Μαΐου 1996

Πρίν προχωρήσω στήν ἔκθεση τῶν ἀπόψεών μου, ὀφείλω νά διευκρινίσω ὅτι συνδέω τήν «ἑνότητα τοῦ λαοῦ» μέ τό γεγονός ὅτι πιστεύω πώς ὁ ἑλληνικός λαός παρέμεινε καί ἐξακολουθεῖ νά παραμένει στήν πλειοψηφία του προοδευτικός. Παρότι δέχτηκε σφροδρότατα πλήγματα ἀπό τίς ἑνωμένες δυνάμεις τῆς ἐσωτερικῆς ἀντίδρασης καί τοῦ ξένου παράγοντα, ἔχει ἀποδείξει ὅτι σέ κάθε ἱστορική εὐκαιρία παραμένει πιστός σέ ἀρχές, ἰδεώδη καί πολιτικές, μέ στόχους, ὅπως εἶπα, προοδευτικούς ἕως ριζοσπαστικούς. Ἡ παραδοσιακή πάντως Δεξιά, ὅπως δείχνουν τά ἐκλογικά ἀποτελέσματα, παραμένει οὐσιαστικά γύρω σέ ἕνα 30-40%, πού αὐξάνεται εἴτε μειώνεται ἀναλόγως τῶν συνθηκῶν.

Τό ὑπόλοιπο 60% τουλάχιστον τό ἀποτελοῦν κοινωνικά στρώματα πού ἀνήκουν ἀπό τήν Ἀριστερά ἕως καί τήν Κεντροαριστερά. Ἀπόδειξη ἡ κυριαρχία τοῦ ΠΑΣΟΚ, καί μάλιστα ὡς κυβερνητική ἐξουσία ἐπί μία εἰκοσαετία, κυριαρχία πού ὀφείλεται στό ὅτι κατάφερε νά προσεταιριστεῖ ἕνα μεγάλο τμῆμα τῆς διηρημένης καί ἑπομένως ἀδυνατισμένης Ἀριστερᾶς. Τό ΠΑΣΟΚ ὅμως δέν ἦταν τό σύνολο τῶν προοδευτικῶν δυνάμεων, δεδομένου ὅτι δημιούργησε βαθύτατα χάσματα τόσο στήν ἀριστερή του πλευρά ὅσο καί, προπαντός, στή δεξιά του, χαρίζοντας λαϊκές κοινωνικές δυνάμεις, πού ἀπό τή φύση τους ἀνήκουν στόν προοδευτικό χῶρο, στά δεξιά κόμματα.

Ἑπομένως, ὁ στόχος πού θέτω παρακάτω γιά τόν «ἑνωμένο λαό» ἀφορᾶ τό σύνολο τῶν λαϊκῶν δυνάμεων, πού τόσο ἡ ἱστορική μας παράδοση ὅσο καί ἡ ἴδια ἡ ζωή τίς ἔχουν φορτίσει μέ προοδευτικές ἰδέες, πού στοχεύουν στή διεύρυνση τῆς ἐλευθερίας σέ ὅλες της τίς ἐκφάνσεις: Δημοκρατία, Ἐθνική Ἀνεξαρτησία, Κοινωνική Δικαιοσύνη, Παιδεία, Πολιτισμός. Ἑπομένως, ἐπιδιώκοντας τήν ἑνότητα τοῦ λαοῦ ἐννοῶ, πρῶτον, τίς δυνάμεις προόδου καί, δεύτερον, τήν ὕπαρξη πολιτικοῦ φορέα πού θά ἐνσαρκώνει αὐτήν τή μέγιστη ἐπιδίωξη πού, κατά τή γνώμη μου, παραμένει μόνιμο αἴτημα στή ρίζα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, δηλαδή τή συνένωση ὅλων τῶν λαϊκῶν δυνάμεων πού ἡ κοινωνική τους θέση καί οἱ ἱστορικές παραδόσεις τους τίς τοποθετοῦν στήν πλευρά τῆς προόδου.

Λίγα λόγια γιά τήν πολιτική μου φιλοσοφία

Μέ δεδομένες λοιπόν αὐτές τίς παγιωμένες ἀπόψεις μου γιά τό πολιτικό κατεστημένο, πῶς ἐξηγεῖται καί, πιό πολύ, πῶς δικαιολογεῖται ἡ ἀνάμειξή μου στά πολιτικά δρώμενα τῶν τελευταίων δεκαετιῶν; Εἶναι ἕνα πρόβλημα γιά τό ὁποῖο, νομίζω, εἶμαι ὑποχρεωμένος νά τοποθετηθῶ ὑπεύθυνα καί, κυρίως, πειστικά ἀπέναντι στό δεδομένο ὅτι, ἐκ πρώτης ὄψεως, φαίνεται νά ὑπάρχει ὄχι μία ἀλλά περισσότερες ἀντιφάσεις.

Στήν περίπτωση πού θά εἶχα ἐπιλέξει ὡς κανόνα ζωῆς τήν ἀριστοκρατική ἀποστασιοποίηση ἀπό ὅ,τι νομίζω πώς δέν συμβιβάζεται μέ τίς ἀρχές μου, τό ἦθος μου, τόν τρόπο ζωῆς μου καί μιά πού ἡ πνευματική δημιουργία μοῦ ἔδινε τή δυνατότητα –ἄν ἤθελα– νά ἀντιπαρέρχομαι γεγονότα, καταστάσεις καί πρόσωπα ἀφ’ ὑψηλοῦ, τότε φυσικά θά φρόντιζα νά μήν ἀναμειχθῶ στά κοινωνικά καί, κυρίως, στά πολιτικά δρώμενα τῆς χώρας μου. Πόσο μᾶλλον πού δέν κατάφερα τελικῶς ὄχι νά ταυτισθῶ ἀλλά οὔτε κάν νά πλησιάσω κανέναν πολιτικό-κομματικό χῶρο. Ὅπως ἤδη ἔχω δηλώσει, συνυπῆρξα μέ τήν Ἀριστερά μόνο σέ ἐποχές ἐθνικῆς κρίσης (1943-1949, 1963-1974 καί 1978-1986). μέ τή Νέα Δημοκρατία στήν περίοδο βαθειᾶς ὄχι μόνο κρίσης, ἀλλά καί ἐθνικῆς σήψης (1989-1992).

Στήν οὐσία παρέμεινα μόνος, ἀνένταχτος, ἀνεξάρτητος ἀλλά αὐτοστρατευμένος. Ἡ φιλοσοφία μου καί ἡ πολιτική μου ὑπῆρξαν ἁπλές: Πίστευα μόνο στό μαζικό κίνημα, στόν ἑνωμένο στή βάση του λαό. Πίστευα ἀκόμα ὅτι δέν παίζει ρόλο μέ ποιόν τρόπο θά ἑνωθεῖ ὁ λαός. Φτάνει νά ἑνωθεῖ. Ἀπό κεῖ καί πέρα, πίστευα ὅτι ὁ ἑνωμένος στή βάση του λαός ἀποκτᾶ τόσο μεγάλη δύναμη, ὥστε νά ὁδηγεῖται πρός τήν αὐτοτέλεια ξεπερνώντας, ἀφήνοντας πίσω του καί, ἄν χρειαστεῖ, ἀπομακρύνοντας ἀκόμα κι αὐτούς πού γιά ἰδιοτελεῖς λόγους συνέτειναν στήν ἑνότητά του. Ὅμως, ἕως ὅτου φτάσει ὁ λαός στήν αὐτογνωσία πού θά τόν ἀποδεσμεύσει ἀπό τά συνήθη κομματικά καί ἄλλα δεσμά του, εἴμαστε ὑποχρεωμένοι –ἄν θέλουμε νά εἴμαστε ρεαλιστές– νά λαμβάνουμε ὑπ’ ὄψιν μας τίς ὅποιες δεσμεύσεις, προκαταλήψεις, «πιστεύω» κλπ. τῆς στιγμῆς, πού σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε νά ἀγνοοῦμε τούς ἑκάστοτε πολιτικούς του ποιμένες. Ἀφοῦ στό Λαό ἀκολουθεῖ ὁ καθένας σάν τά πρόβατα τόν βοσκό του, γιά νά ἑνωθοῦν τά κοπάδια σέ ἕνα, θά πρέπει νά πεισθοῦν οἱ βοσκοί νά σμίξουν στό ἴδιο βοσκοτόπι, ἀνυποψίαστοι ὅτι ὑπογράφουν μ’ αὐτόν τόν τρόπο τή «θανατική» τους καταδίκη ὡς ἀναμφισβήτητοι ἡγέτες, σωτῆρες καί βοσκοί σιωπηλῶν ἀμνῶν. Γιατί οἱ σιωπηλοί, πειθαρχικοί καί ἀνεγκέφαλοι ἀμνοί, ἀπό τή στιγμή πού θά πάψουν νά ἀποτελοῦν κοπάδι καί γίνουν Λαός, ἀποκτοῦν δύναμη ἱστορική. Ὑπάρχει ποιοτική ἀλλαγή, ποιοτικό ἅλμα. Καί τότε ἀκριβῶς συμβαίνει νά γίνεται ἱστορία.

Ἡ πρόσφατη ἱστορία μας δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά οἱ στιγμές ἐκεῖνες πού τά γεγονότα καί οἱ ἡγέτες ὁδήγησαν, χωρίς νά τό γνωρίζουν οὔτε νά τό θέλουν, στήν ἑνότητα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, γιά νά τό μετανιώσουν εὐθύς ἀμέσως καί νά κάνουν ὅ,τι ἦταν δυνατόν γιά νά γλιτώσουν ἀπό τόν ἑνωμένο Λαό. Ἀλβανικό Ἔπος, Ἐθνική Ἀντίσταση, Δημοκρατική Ἀντίσταση, Ἐθνική κουλτούρα (κυρίως μέ τό τραγούδι). Προσωπικά δέν
μέ ἐνδιέφερε ἕνα κόμμα, ἕνας ἡγέτης ἤ μιά κατάσταση, παρά μόνο στό βαθμό πού ἔκρινα ὅτι μπορεῖ νά χρησιμεύσουν, νά ἀποδειχθοῦν ὠφέλιμοι στίς συγκεκριμένες κάθε φορά διεργασίες ἑνότητας στή βάση τοῦ λαοῦ. Τό κίνημα τῆς ἔντεχνης Λαϊκῆς Μουσικῆς, τό κίνημα τῶν Λαμπράκηδων, τό κίνημα τῆς Ἀντίστασης, ἡ ἑνότητα γύρω ἀπό τή «λύση Καραμανλῆ», ἡ κίνηση γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἀριστερᾶς καί, τέλος, ἡ ἑνότητα κατά τοῦ τριτοκοσμικοῦ αὐριανισμοῦ ἦσαν στοιχεῖα, μέθοδοι, ἀπόπειρες, προσπάθειες γιά νά δημιουργηθεῖ ἡ μεγάλη κοίτη, πού θά χωρέσει τόν ἑνωμένο στή βάση του Λαό. Μπορεῖ οἱ ἐπιλογές μου νά ἦσαν ἐπιτυχεῖς ἤ λαθεμένες. Μπορεῖ ἀκόμα, ἀντί γιά τό ἐπιδιωκόμενο ἀποτέλεσμα, νά προέκυπτε ἀκριβῶς τό ἀντίθετο. Ἄς μήν ξεχνᾶμε, ὅμως, ὅτι ὑπῆρχε πάντοτε μιά ἐγγενής ἀδυναμία, Τό ὅτι δηλαδή μοῦ ἔλειπε κάθε φορά ὁ ἀναγκαῖος φορέας, ὁ κομματικός μηχανισμός, οἱ δημόσιες σχέσεις, ἡ οἰκονομική ὑποστήριξη, οἱ δαιδαλώδεις διακλαδώσεις στόν χαώδη κόσμο τῶν διαπλεκομένων συμφερόντων. Μέ μιά λέξη: τό κόμμα. Ὅμως μπαίνοντας σ’ αὐτή τή λογική –τῆς ἐξουσίας– πίστευα (καί πιστεύω)
ὅτι ἀναιρῶ ἐκ τῶν προτέρων τό ἐπιδιωκόμενο ἀποτέλεσμα: τή Λαϊκή ἐξουσία. Λαϊκή ἐξουσία μέ φορέα κομματική ἐξουσία, εἶναι σάΝ νά σφάζεις τό ἔμβρυο στήν κοιλιά τῆς μητέρας. Ἀντίφαση! Πού ὁδηγεῖ ἴσως στήν οὐτοπία. Ὅμως, μεταξύ τῶν δύο κακῶν ἐπέλεξα συνειδητά τό λιγότερο κακό. Τό πρῶτο, τό μέγιστο γιά μένα, εἶναι ἡ βέβαιη ἀναίρεση τῆς πραγματικῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἀπό τό ὄργανο μέ τό ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι θά κατακτηθεῖ, δηλαδή τήν κομματική κυριαρχία.

Ὅπως ἔχει ἀποδειχθεῖ, κανένα κόμμα ἕως σήμερα δέν κατόρθωσε νά ἀγκαλιάσει τή μεγάλη πλειοψηφία ἑνός λαοῦ, μέ ἐξαίρεση τά ἐπαναστατικά, καί αὐτό γιά ὅσο διάστημα διαρκοῦσε ὁ ἐπαναστατικός ἀναβρασμός. Ὅλα τά ἄλλα ἀντανακλοῦν τά μεγέθη τοῦ Ἀρχηγοῦ καί τῆς
ἡγετικῆς ὁμάδας, πού, ἀντί νά ἀγκαλιάζουν τό σύνολο τῶν δυνάμεων τῆς προόδου μέσα στό λαό, ἡ δυναμική τους φτάνει μόνοΝ ἕως ἕνα τμῆμα του, μέ ἀποτέλεσμα νά τόν διαιροῦν ἀντί νά τόν ἑνώνουν. Καί γιά νά μήν ἀναφερθῶ στή μαρξιστική ἀνάλυση τῆς πάλης τῶν τάξεων, προσωπικά βλέπω μόνο δύο βασικά κοινωνικά στρώματα νά ἀντιπαλεύουν, ἐκεῖνο τῶν ἐκμεταλλευτῶν καί ἐκεῖνο τῶν ἐκμεταλλευομένων καθ’ οἱονδήποτε τρόπο οἰκονομικό, μορφωτικό καί πολιτιστικό. Δηλαδή βλέπω σέ κάθε λαό νά ἀντιπαλεύουν μιά λαϊκή πλειοψηφία καί μιά λαϊκή μειοψηφία. Τό γεγονός ὅτι ἡ τελευταία κατέχει δυναμικά καί ἄλλα ἐρείσματα, τό θεωρῶ δευτερευούσης σημασίας μπροστά στά μεγέθη, τή δύναμη καί τήν ὁρμή μιᾶς πλειοψηφίας πού θά κατάφερνε νά ἑνωθεῖ σέ ἕνα ἑνιαῖο κίνημα, φτάνει ὅμως νά ἀποκτήσει τόν κατάλληλο φορέα πού θά πρέπει νά ξεπερνᾶ τά στενά ὅρια ἑνός κόμματος καί νά ἔχει τό εὖ­ρος ἑνός παλλαϊκοῦ-πανεθνικοῦ κινήματος.


 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ



Ὅμως, ἄρνηση σέ κάθε μορφή κομματικῆς ἐξουσίας ἐνέχει τόν κίνδυνο νά συνθλιβεῖς ἀνάμεσα στίς μυλόπετρες τοῦ πολιτικοῦ, κομματικοῦ καί οικονομικοῦ κατεστημένου, χωρίς νά προφτάσεις νά δεῖς νά πραγματοποιεῖται τό ὅραμά σου: ὁ ἑνωμένος λαός. Ὅμως σ’ αὐτή τή δεύτερη περίπτωση, ὑπάρχει τό θετικό στοιχεῖο ὅτι οἱ σπόροι πού ἔσπειρες εἶναι γνήσιοι –δέν ἔχουν πλαστικοποιηθεῖ ἀπό τίς παρενέργειες τῶν κομματικῶν σκοπιμοτήτων– καί εἶναι δυνατόν νά δημιουργήσουν ἑνωτικά συμπλέγματα σέ ἄλλα ἐπίπεδα τοῦ κοινωνικοῦ γίγνεσθαι, ὅπως π.χ. στήν προώθηση τοῦ Ἰδεώδους, τῆς Ἠθικῆς, τῆς πνευματικῆς καλλιέργειας καί τῆς ὁμαδικῆς δημιουργικῆς συμμετοχῆς σέ καλλιτεχνικά δρώμενα ἐθνικοῦ μεγέθους. Καί, τό πιό σπουδαῖο ἴσως, τῆς δημιουργίας μιᾶς ψυχικῆς ἐθνικῆς ἑνότητας
σέ πεῖσμα τῶν κάθε εἴδους ἐξουσιαστῶν.

Ἡ μοναδική πλέον ἐλπίδα ἐναπόκειται στίς νέες γενιές τῶν Ἑλλήνων. Σ’ αὐτές πού δέν ἔχει φτάσει τό δηλητήριο ἀπό πενήντα καί πλέον ἔτη ψεύδους καί παραχάραξης τῆς νεότερης ἑλληνικῆς ἱστορίας. Γι’ αὐτό πρέπει νά δοθεῖ ἀπόλυτη ἐθνική προτεραιότητα στήν ἐθνική μας αὐτογνωσία, στήν ἀποκατάσταση κατ’ ἀρχάς τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας καί στή συνέχεια στή διάδοσή της. Ἐξ οὗ καί ἡ σημερινή ἐκστρατεία μου γιά τήν «Ὑπεράσπιση τῆς Ἐθνικῆς μας Ταυτότητας» (13 Ἰανουαρίου 2010). Χρειάζεται ριζική ἀπομυθοποίηση. Αὐτός ὁ τομέας περιλαμβάνει τήν ἀλήθεια ὡς πρός τά ἱστορικά γεγονότα, ὡς πρός τά δημόσια πρόσωπα, ὡς πρός τά ἔργα, τίς ἡμέρες καί τίς πράξεις-ἐνέργειες ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Ἡ πνευματική καί καλλιτεχνική συνεισφορά στόν σύγχρονο πολιτισμό εἶναι ὑψηλή. Ὅμως κακοποιημένη, παραμορφωμένη καί ἄγνωστη. Ἡ ἐπιστημονική ἐπίσης κατάθεση τῶν Ἑλλήνων ἐπιστημόνων, σημαντική. Ἀκόμα καί σέ θέματα παραγωγῆς καί συμβολῆς στήν τεχνολογική ἀνάπτυξη.

Τέλος, ἐνδείκνυται ἡ μελέτη τοῦ ἑλληνικοῦ ἤθους, τοῦ ἑλληνικοῦ τρόπου ζωῆς, τῆς ἐθνικῆς μας ψυχοσύνθεσης, ἰδιαίτερα σέ σύγκριση μέ τίς σκληρές καί συχνά ἀπάνθρωπες κοινωνικές συνθῆκες καί σχέσεις τῶν λαῶν, εἰδικά τῆς μεταβιομηχανικῆς ἐποχῆς. Ὅπως ὅμως καί νά ’χει τό πράγμα, πιστεύω ὅτι οἱ νέοι, μέ τό ἀλάνθαστο ἔνστικτό τους γιά ἀλήθεια, φῶς, εἰλικρίνεια, ὑπερηφάνεια, θά ὁδηγηθοῦν στό νά ξεχωρίσουν τό χρυσό ἀνάμεσα στίς πολύχρωμες χάντρες ἀπό φτηνό γυαλί, μέ τίς ὁποῖες κά- ποιοι ἔχουν στολίσει ἀνάξια πρόσωπα καί ἀνύπαρκτα ἔργα. Οἱ Ἕλληνες νέοι τοῦ 2000 θά εἶναι περήφανοι γιά τή χώρα τους. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα γιατί δέν ὑπάρχει δεύτερος λαός στή γῆ πού νά ἔγινε ὁλοκαύτωμα ἐθελούσια –καί ὄχι ὑποχρεωτικά, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι– μόνο καί μόνο γιατί πίστεψε:

Πίστεψε πρῶτα ἀπ’ ὅλα στήν Ἑλλάδα καί μετά στίς μεγάλες ἀνθρώπινες ἀξίες! Πρέπει νά γίνει κατανοητό καί νά ἀποδειχθεῖ ἱστορικά πώς, ἄν ἡ Ἑλλάδα ἔμενε οὐδέτερη ὅπως ἡ Τουρκία, τόσο οἱ Ἰταλοί ὅσο καί οἱ Γερμανοί δέν ἐπρόκειτο νά μᾶς πειράξουν – κάτι ἀνάλογο ἔγινε ἄλλωστε καί μέ τή Γαλλία τοῦ Πεταίν. Καί ὅπως συνέβη μέ τήν Τουρκία μετά τόν πόλεμο καί λόγω τῆς στρατηγικῆς μας θέσης, θά μᾶς ὑπολόγιζαν οἱ σύμμαχοι θέλοντας καί μή. Ἑπομένως, τίς θυσίες τίς προκαλέσαμε (τίς ἐπιδιώξαμε) ἐμεῖς. Χαρίσαμε τήν πρώτη νίκη στούς συμμάχους. Καθυστερήσαμε τήν εἰσβολή στή Σοβιετική Ἕνωση ἀλλάζοντας ἔτσι τήν τύχη τοῦ πολέμου. Ἀντισταθήκαμε μέ ὅλα τά μέσα. Δέν πήγαμε ἐθελοντές νά ἐργαστοῦμε στή Γερμανία, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι Εὐρωπαῖοι. Δέν δεχτήκαμε τήν ἐπιστράτευση. Στό Ἀνατολικό Μέτωπο δέν συμμετεῖχε οὔτε ἕνας Ἕλληνας στρατιώτης, ἀντίθετα μέ ὅλους τούς ἄλλους Εὐρωπαίους.

Γιά ὅλα αὐτά τιμωρηθήκαμε σκληρά. Νά γιατί ἡ σημερινή στάση τῶν Εὐρωπαίων εἶναι οὐσιαστικά ἀνήθικη. Καί γι’ αὐτό ἀπαράδεκτη. Δείχνοντας πώς δέν κατανοοῦμε τό νόημα τῆς εὐρωπαϊκῆς στάσης, εἶναι σάν νά φτύνουμε πάνω στήν ἱστορία μας. Εἶναι σάν νά ξανασκοτώνουμε τούς νεκρούς μας. Εἶναι ἡ ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας τοῦ ἀληθινοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ. Μόνον ὅσοι ἔμειναν παρατηρητές, ἀπόντες ἀπό τίς θυσίες μας μποροῦν νά δεχθοῦν αὐτήν τήν ΥΒΡΙΝ. Καί δυστυχῶς εἶναι σήμερα αὐτοί πού σέ ποσοστό 90% μᾶς κυβερνοῦν. Καί μόνον αὐτή ἡ βδελυρή πα- ραχάραξη τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας ἀποτελεῖ ἔγκλημα κατά τῆς Ἑλλάδας καί κατά τῆς ἀνθρωπότητας. Ἀναρωτιέστε γιατί ἔγινε;

Μόνο καί μόνο, γιατί κάθισαν πάνω στό σβέρκο τοῦ λαοῦ μας μέ τό ἔτσι θέλω –καί φυσικά μέ τή βοήθεια τῶν ξένων– οἱ ἀπόντες, οἱ παρατηρητές καί συχνά οἱ συνεργάτες τῶν ἐχθρῶν μας. Πού πύκνωσαν τελικά τίς στρατιές τῶν καριεριστῶν, δηλαδή αὐτῶν πού ἔχουν ὡς ἐπάγγελμα τήν προσωπική τους προβολή, γιά τήν ὁποία ὅμως προϋπόθεση ἀποτελεῖ ἡ παραχάραξη τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, μιᾶς καί οἱ ἴδιοι δέν χωροῦν μέσα σ’ αὐτήν.