Η Συμφωνική Μουσική του Μίκη Θεοδωράκη στο Μέγαρο

17.01.2013

Συμπαραγωγή: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών -  Ε.Ρ.Τ.

 

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου, ώρα 20:30

Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης

 

Σημαντικές παρτιτούρες από τη συμφωνική εργογραφία του Μίκη Θεοδωράκη θα παρουσιάσει η Συμφωνική της Ε.Ρ.Τ. υπό τη διεύθυνση του διακεκριμένου αρχιμουσικού Μίλτου Λογιάδη, την Τετάρτη 30 Ιανουαρίου (ώρα έναρξης: 20.30) με τη συμμετοχή της ιδανικής ερμηνεύτριας των έργων του μεγάλου έλληνα συνθέτη, Μαρίας Φαραντούρη, του διεθνούς φήμης βαρύτονου Δημήτρη Τηλιακού και του καταξιωμένου κιθαριστή Ιάκωβου Κολανιάν. Η συναυλία αποτελεί συμπαραγωγή του Μεγάρου Μουσικής και της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης και θα φιλοξενηθεί στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης. Η Συμφωνική Ορχήστρα της Ε.Ρ.Τ. θα ερμηνεύσει τη Ραψωδία για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων σε ποίηση Διονύση Καρατζά, το έργοLORCA’ για φωνή, κιθάρα και συμφωνική ορχήστρα σε ποίηση Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα μεταφρασμένη από τον  Οδυσσέα Ελύτη και τη Σουίτα Μπαλέτου « Les Amants de Teruel » («Οι εραστές του Τερουέλ»).  

Η σχέση του Μίκη Θεοδωράκη με τη συμφωνική μουσική υπήρξε κάτι περισσότερο από ζωτική για τον μεγάλο Έλληνα δημιουργό, όπως φαίνεται άλλωστε από την εκμυστήρευσή του στον Γιώργο Αρχιμανδρίτη, συγγραφέα του βιβλίου «ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: η ζωή μου» (Εκδόσεις Πατάκη, 2011):
«Η συμφωνική μουσική αποτελεί το κορυφαίο πνευματικό επίτευγμα της δυτικής σκέψης, ιδιαίτερα των Γερμανών, ισάξιο με την αθάνατη αρχιτεκτονική και το αρχαίο δράμα», αναφέρει ο Θεοδωράκης σε απόσπασμα της βιογραφίας του. Λίγο παρακάτω, παραθέτει τη φιλοσοφική του άποψη για το πολύτιμο αγαθό της αρμονίας και της μουσικής στον ανθρώπινο βίο: «Επειδή πιστεύω ότι για τα έλλογα όντα, δηλαδή για τον άνθρωπο, η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας μεταξύ της αρμονίας και του χάους, ο θρίαμβος της ζωής επί του θανάτου ολοκληρώνεται με την πλήρη πνευματική απογείωση που, μέσω της αρμονίας, μας οδηγεί στην ταύτισή μας με το ιερό κέντρο της συμπαντικής αρμονίας ως τη μοναδική απόδειξη ότι εκτιμήσαμε σωστά τη δωρεά της ζωής. Φανταστείτε την ευτυχία που ένιωσα με την αποκάλυψη της συμφωνικής μουσικής. Έως τότε θεωρούσα τον εαυτό μου τυχερό, γιατί με είχε επιλέξει η μουσική άθελά μου, χαρίζοντάς μου τη δυνατότητα να ζω μέσα στον κόσμο της μουσικής αρμονίας».

 

H Ραψωδία για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων σε ποίηση Διονύση Καρατζά αποτελεί το «κύκνειο άσμα» του Μίκη Θεοδωράκη. Έτσι την χαρακτηρίζει άλλωστε ο ίδιος ο συνθέτης σημειώνοντας τα εξής: «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία για έναν συνθέτη από το να έχει ένα δικό του πρωτογενές θεματικό υλικό, όπως αυτό των έργων του “Λυρικού Βίου” κι έτσι να μπορέσει να αφήσει ελεύθερη τη φαντασία και την τεχνική του στην ανασύνθεση του υλικού αυτού. Αυτό είχα ακριβώς την τύχη να κάνω από το 1995 μέχρι χτες, που, με το Κύκνειο Άσμα μου, τη Ραψωδία για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων, έκλεισα οριστικά τον κύκλο της ενασχόλησής μου με τη μουσική σύνθεση, κύκλο που άνοιξα με τη σύνθεση της “Κασσιανής” (1942). Δηλαδή κράτησε 68 ολόκληρα χρόνια! Για την περίοδο αυτής της ανακύκλωσης του “Λυρικού Βίου”, το μόνο που έχω να προσθέσω είναι ότι υπήρξε πλούσια σε ποσότητα και εξαιρετική σε ωριμότητα». Η Ραψωδία είναι αφιερωμένη στον Γερμανό φίλο του Θεοδωράκη Πέτερ Χάνσερ-Στρέκερ ως ένα είδος φόρου τιμής του συνθέτη στη χώρα που ο ίδιος αποκαλεί «πατρίδα του συμφωνικού του έργου». Όπως έχει δηλώσει: «Θεωρώ τον εαυτό μου έναν συμφωνιστή […] που γεννήθηκε στο Αιγαίο και […] έναν Κρητικό μελωδό που έζησε στο Παρίσι».
Τα μέρη του βαρυτόνου θα ερμηνεύσει ο Δημήτρης Τηλιακός.

To έργο ‘LORCA’ για φωνή, κιθάρα και συμφωνική ορχήστρα βασίζεται στο μουσικοποιητικό υλικό του “Romancero Gitano” (1967). Ως γνωστόν, στον συγκεκριμένο κύκλο τραγουδιών ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε στίχους του Λόρκα σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη. Τα τραγούδια πρωτοπαρουσιάστηκαν στη Ρώμη το 1970 με σολίστ την Μαρία Φαραντούρη και είχαν τόσο μεγάλη επιτυχία που, από την πρεμιέρα τους έως το 1974, ερμηνεύθηκαν σε περισσότερες από χίλιες συναυλίες σε όλες τις ηπείρους. Δώδεκα χρόνια μετά, η Komische Oper του τότε Ανατολικού Βερολίνου παρήγγειλε (1982) στον Θεοδωράκη μια νέα εκδοχή του κύκλου αυτού για συμφωνική ορχήστρα, σόλο φωνή και κιθάρα, εκδοχή που παρουσιάστηκε λίγο αργότερα στο Βερολίνο. Λίγο αργότερα, έγινε η πρεμιέρα του νέου έργου στο Βερολίνο. Η ίδια εκδοχή θα ακουστεί στη συναυλία-αφιέρωμα της 30ης Ιανουαρίου στο Μέγαρο, με σολίστ την Μαρία Φαραντούρη και τον κιθαριστή Ιάκωβο Κολανιάν.

Η σύνθεση της Σουίτας Μπαλέτου « Les Amants de Teruel » ανάγεται στα 1958 (Παρίσι). Το έργο γράφτηκε ύστερα από παραγγελία της διάσημης μπαλαρίνας Λουντμίλα Τσερίνα, που την εποχή εκείνη είχε δημιουργήσει το δικό της θέατρο. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών, οι συντελεστές της παραγωγής ζήτησαν από τον Μίκη Θεοδωράκη να συνθέσει και δεύτερο μπαλέτο, αλλά εκείνος, λόγω έλλειψης χρόνου, πρότεινε να παρουσιαστεί το «Καρναβάλι», πρόταση που έγινε δεκτή. Μάλιστα, είχε την τύχη να διευθύνει ο ίδιος τα έργα του στο Θέατρο «Σάρα Μπερνάρ» με την Ορχήστρα Λαμουρέ. Η Σουίτα Μπαλέτου «Les Amants de Teruel» («Οι εραστές του Τερουέλ») είναι εμπνευσμένη από τον ομώνυμο ισπανικό μύθο: πρόκειται για την ιστορία δύο ερωτευμένων νέων από το Τερουέλ της Αραγονίας, το ειδύλλιο των οποίων είχε τραγικό τέλος το 1217. Ο έρωτας του Χουάν Μαρτίνεθ δε Μαρθίγια και της Ιζαμπέλ δε Σεγούρα αποτέλεσε, κατά καιρούς, πηγή έμπνευσης για πολλούς ποιητές, δραματουργούς, μουσικούς και κινηματογραφιστές. Επίσης, έγινε ταινία (1962) από τον Γάλλο σκηνοθέτη Ρεμόν Ρουλώ με πρωταγωνίστρια και πάλι την Λουντμίλα Τσερίνα, ο οποίος επένδυσε το φιλμ με τη μουσική του Θεοδωράκη.

Οι τιμές των εισιτηρίων είναι: €9,00 – 15,00 – 22,00 – 30,00 (Διακεκριμένη Ζώνη)

Ειδικές τιμές: 5,00 (Φοιτητές, νέοι, άνεργοι, ΑΜΕΑ) 8,00(65 , πολύτεκνοι)

Πληροφορίες για το κοινό στο τηλέφωνο: 210 72.82.333
και στην ιστοσελίδα του ΜΜΑ: www.megaron.gr

 

______________________________________________________________________________

 

 

ΡΑΨΩΔΙΑ ΓΙΑ ΒΑΡΥΤΟΝΟ ΚΑΙ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΕΓΧΟΡΔΩΝ

Η συνάντηση της μουσικής μου με την ποίηση του Διονύση Καρατζά: «Τα Πρόσωπα του Ήλιου» (1986), «Η Βεατρίκη στην Οδό Μηδέν» (1987), «Ως αρχαίος άνεμος» (1987) και τα «Λυρικώτερα» (1994-1995), με οδήγησε στην τελευταία μεγάλη στροφή του μουσικού μου έργου που την χαρακτήρισα με την φράση «Λυρικός Βίος». Προφανώς γιατί σήμαινε κάτι πολύ περισσότερο από την ιδιότητά μου ως συνθέτη. Δηλαδή ήταν μια προσπάθεια βιωματικού χαρακτήρα και ολοκληρωτικής στροφής τόσο ψυχικής όσο και πνευματικής. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ο κύκλος τραγουδιών «Μια θάλασσα γεμάτη μουσική» (1987) σε ποίηση της Δήμητρας Μαντά και ολοκληρώθηκε με τα δυο τραγούδια-ποταμός που ήταν και το τελευταίο ποιητικό έργο του Γιάννη Θεοδωράκη και στα οποία έδωσα τον τίτλο «Τα Λυρικώτατα» (1996).

Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της «μεγάλης στροφής» είναι η προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου προσωπικού μελωδικού ιδιώματος σε προέκταση και ολοκλήρωση του αρχικού, που θα το χαρακτήριζα από μια άποψη ως παγκυριαρχία της Μελωδίας, του Μέλους και από μια άλλη ως μια προσπάθεια ολοκλήρωσης του προσωπικού μου μελωδικού στοιχείου ξεκινώντας από τις πηγές των παιδικών μου τραγουδιών (1937-43) και φτάνοντας και ξεπερνώντας τους μελωδικούς παραποτάμους της Μήδειας, της Ηλέκτρας και της Αντιγόνης (1988 έως 2000).

Και έτσι βρέθηκα κατά τη νέα χιλιετία μπροστά σε μια πραγματική θάλασσα μελωδιών, δηλαδή σε ένα τόσο πλούσιο υλικό, που ξεπερνούσε τα όρια των τραγουδιών και απαιτούσε καινούριες μουσικές επεξεργασίες, που να οδηγούν σε νέες φόρμες. Μελωδικές παραλλαγές, αντιστικτικούς διαλόγους και νέα ηχοχρώματα.

Δηλαδή ήταν για μένα ένα σπάνιο δώρο, δεδομένου ότι με την κάμψη της ηλικίας ελαττώνεται η διαδικασία γένεσης πρωτογενούς υλικού, ενώ αντιθέτως ακονίζεται η διανοητική δυνατότητα μουσικής επεξεργασίας και ανάπτυξης εμπλουτισμένη καθώς είναι μετά από την κατεργασία του μουσικού υλικού τόσων και τόσων δεκαετιών απόλυτης και ολοκληρωτικής εργασιακής αφοσίωσης στην σύνθεση μουσικής.

Δεν πιστεύω ότι  υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία για έναν συνθέτη από το να έχει ένα δικό του πρωτογενές θεματικό υλικό, όπως αυτό των έργων του «Λυρικού Βίου» κι έτσι να μπορέσει να αφήσει ελεύθερη τη φαντασία και την τεχνική του στην ανασύνθεση του υλικού αυτού. Αυτό είχα ακριβώς την τύχη να κάνω από το 1995 μέχρι χτες, που με το Κύκνειο Άσμα μου, την Ραψωδία για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων, έκλεισα οριστικά τον κύκλο της ενασχόλησής μου με τη μουσική σύνθεση, κύκλο που άνοιξα με τη σύνθεση της Κασσιανής (1942). Δηλαδή κράτησε 68 ολόκληρα χρόνια! Για την περίοδο αυτής της ανακύκλωσης του Λυρικού Βίου, το μόνο που έχω να προσθέσω είναι ότι υπήρξε πλούσια σε ποσότητα και εξαιρετική σε ωριμότητα.

Η επιλογή των οργάνων για την σύνθεση της Ραψωδίας για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων είναι όπως το λέει και ο τίτλος της, ορχήστρα εγχόρδων, δηλαδή πέντε φωνές (κουιντέτο) που απαιτούν την ίδια αυστηρή αντιμετώπιση όπως με το κουαρτέτο εγχόρδων δηλαδή της κορωνίδας και συγχρόνως της λυδίας λίθου για την αξιολόγηση των ικανοτήτων ενός συνθέτη. Αυτά τα τέσσερα όργανα (δύο βιολιά, βιόλα και βιολοντσέλο) αποτελούν την ανώτατη πρόκληση για τον συνθέτη, δεδομένου ότι δεν επιδέχονται ούτε την πιο ελάχιστη αδυναμία είτε στον χώρο της τεχνικής είτε στην περιοχή της φαντασίας.

Οι τέσσερις «φωνές» θα πρέπει να εξισορροπούν αντιστικτικά, ρυθμικά και αρμονικά ενώ η φαντασία θα πρέπει να ανανεώνεται συνεχώς από μέτρο σε μέτρο.

Αυτό που λέμε «σονάρει», δηλαδή ο ηχητικός όγκος εξαρτάται απολύτως από χίλιους δυο κανόνες, που έχουν να κάνουν με τις σχέσεις ανάμεσα στις φωνές. Έτσι λ.χ. το ίδιο ακκόρντο μπορεί να οδηγεί στο φως ή στο σκοτάδι αναλόγως της τεχνικής του συνθέτη. Όπως επίσης η δύναμη είτε η έλλειψη φαντασίας μπορεί να οδηγήσει το έργο από τους ουρανούς ως τα Τάρταρα.

Δεν έγινε λοιπόν τυχαία η επιλογή των οργάνων και της μουσικής φόρμας για ένα έργο τόσο μεγάλης σημασίας για μένα. Έτσι αποφάσισα μ’ αυτό το Κύκνειο Άσμα να τα παίξω όλα για όλα! Ή του ύψους ή του βάθους…

Τέλος δεν είναι τυχαία η αφιέρωση αυτού του έργου σ’ έναν Γερμανό φίλο μου, τον Peter Hanser-Strecker, επί κεφαλής των Μουσικών Εκδόσεων SCHOTT. Όσο κι αν αυτό ακούγεται παράξενα, θεωρώ την Γερμανία πατρίδα του συμφωνικού μου έργου, ιδιαίτερα στον τομέα της Απόλυτης Μουσικής. Έχω πει ήδη ότι αν ζούσα μια νέα ζωή, θα ήθελα να μπορώ να συνθέτω κάθε μέρα κι από μια φούγκα.

Πριν λίγες μέρες πήγα με κίνδυνο της ζωής μου στην Βιέννη, για να παραστώ στην παρουσίαση του δικού μου Requiem  στο περίφημο Konzerthaus. Στην ουσία θέλησα να προσκυνήσω τη συμφωνική μου πατρίδα. Και όπως είπα σε κάποιον φίλο, κατά ένα παράξενο τρόπο θεωρώ τον εαυτό μου στην Βιέννη συμφωνιστή (της κλασσικής εποχής) που γεννήθηκε στο Αιγαίο κι ακόμα θεωρώ τον εαυτό μου έναν Κρητικό μελωδό που έζησε στο Παρίσι. Και τέλος Έλληνα που έζησε στην Κόλαση της ξένης (γερμανικής) κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου αλλά και στον Παράδεισο της Πολιτιστικής Άνοιξης της δεκαετίας του 1960.

29.12.2012

Μίκης Θεοδωράκης

 

LES  AMANTS  DE  TERUEL

Το Τερουέλ είναι μια πόλη στην περιοχή της Βαρκελώνης. Εκεί υπάρχει ένας μεσαιωνικός πύργος στοιχειωμένος από την ιστορία των δύο εραστών που αυτοκτόνησαν όπως ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα, για να μείνουν πιστοί στον μεγάλο τους έρωτα. Η διαφορά από το έργο του Σαίξπηρ είναι ότι η νεαρή κοπέλα είναι παντρεμένη με τον ηλικιωμένο και μοχθηρό άρχοντα του Πύργου, ο οποίος καταδιώκει τους νεαρούς εραστές, που για να ξεφύγουν από την οργή του, δίνουν τέλος στη ζωή τους.

Το γεγονός αυτό με οδήγησε να δώσω στα τρία πρώτα Pas-de-deux ένα χαρακτήρα στον οποίο συνυπάρχει η μεγάλη δραματικότητα με τον φόβο, στηριγμένος στην τεχνική των τετραχόρδων. Μονάχα στον τελευταίο τους χορό οι δύο εραστές, έχοντας αποφασίσει να πεθάνουν και ελευθερωμένοι από την σκιά του φόβου, έχουν ψυχικά απογειωθεί, γεγονός που με οδήγησε στην περιοχή του μουσικού λυρισμού, που ξεκινά με το σόλο βιολοντσέλο.

Η στιγμή που ο σύζυγος ανακαλύπτει τον μυστικό έρωτα των δύο νεαρών, συμπίπτει με την αρχή του έργου, όπου με τη μουσική μου επιδιώκω να εκφράσω τα συναισθήματα που κυριαρχούν, δηλαδή Έρωτα, Οργή, Ελπίδα, Απειλή, Φόβο, Απόγνωση. Επίσης επιδιώκω να περιγράψω τις συγκρούσεις ανάμεσα στους Εραστές, τον Σύζυγο και τους Αυλικούς που τον υποστηρίζουν.

Κατά σύμπτωση, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που συμβαίνουν όλα αυτά, μπαίνει στην μεγάλη αίθουσα του πύργου ένας πλανόδιος θίασος. Ένα τσίρκο! Γεγονός που μου επιτρέπει να γράψω μια μουσική φωτεινή και χαρούμενη, εντελώς αντίθετη με την τραγικότητα της υπόλοιπης. Έτσι μ’ αυτά τα δύο αντίθετα μουσικά στοιχεία, πιστεύω ότι το έργο ισορροπεί τόσο από την άποψη της μουσικής όσο και από την πλευρά της δραματουργίας.

Η σύνθεση του έργου έγινε στα 1958 στο Παρίσι ύστερα από παραγγελία της Λουντμίλα Τσερίνα, που την εποχή εκείνη είχε δημιουργήσει το δικό της θέατρο. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών μού παρήγγειλαν να συνθέσω και ένα δεύτερο μπαλέτο, προκειμένου να κλείσει η βραδιά με μουσική δική μου. Επειδή δεν είχα χρόνο, τους πρότεινα το «Καρναβάλι» και έτσι είχα τη χαρά να διευθύνω επί είκοσι μέρες στο θέατρο «Σάρα Μπερνάρ» δύο έργα δικά μου με την περίφημη τότε Ορχήστρα Λαμουρέ.

Αθήνα, 7.1.2013

Μίκης Θεοδωράκης

 

LORCA

Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε δύο   κύκλους τραγουδιών ειδικά για μένα! Τις «Μικρές Κυκλάδες» (1962) και την μετάφραση του “Romancero Gitano” (1967) του F. G. Lorca.

Η σύνθεση της μουσικής του Romancero έγινε λίγο πριν τη Χούντα και έτσι η πρεμιέρα των επτά τραγουδιών έγινε στην Ρώμη στα 1970 με σολίστ την Μαρία Φαραντούρη. Η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη, ώστε έκτοτε το έργο είχε μόνιμη παρουσία στο ρεπερτόριο των συναυλιών που δώσαμε σε δύο παγκόσμιες περιοδείες (πάνω από χίλιες συναυλίες σε όλες τις ηπείρους από το 1970 ως το 1974).

Φυσικά ηχογραφήθηκε στα 1971 και είχα τη μεγάλη χαρά να ακούσω μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη το κοινό μας έργο στο σπίτι μου στο Παρίσι.

Πολύ αργότερα, στα 1982, η Komische Oper του Ανατολικού Βερολίνου μου παράγγειλε να συνθέσω μια νέα εκδοχή του Κύκλου αυτού για συμφωνική ορχήστρα, χορωδία, σόλο φωνή και κιθάρα. Λίγο αργότερα έγινε η πρεμιέρα του νέου έργου στο Βερολίνο με σολίστ την Μαρία Φαραντούρη και τον Κώστα Κοτσιώλη. Αυτή την εκδοχή θα ακούσετε σήμερα.

Στη συνέχεια συνέθεσα δύο ακόμα εκδοχές. Την μία για σόλο κιθάρα και ορχήστρα, που ονόμασα «Ραψωδία για κιθάρα και ορχήστρα» και την άλλη για σόλο φωνή και ορχήστρα, που την ονόμασα «Ανδαλουσία». Κι αυτό για να διευκολύνω την διάδοση του έργου αλλά κυρίως γιατί η ποιότητα των επτά μελωδιών με οδηγούσε σε νέες επεξεργασίες, ώστε να αναδειχθεί από διαφορετικό πρίσμα ο πλούτος που πιστεύω ότι εμπεριέχουν.

Η ποίηση του Ελύτη υπήρξε για μένα μια αληθινή ευλογία, καθώς έφτανε στα έγκατα της ψυχικής και πνευματικής μου ευαισθησίας, με αποτέλεσμα να γεννηθούν μελωδίες της ποιότητας λ.χ. της «Μαρίνας» από τις «Μικρές Κυκλάδες» ή της «Παντέρμης» από τον κύκλο “Romancero Gitano”.

Αθήνα,  7.1.2013

Μίκης Θεοδωράκης