ΑΕΠ και ανάπτυξη. Η ελληνική οικονομία και οι προοπτικές της

29.11.2012

1.Τι είναι ΑΕΠ ;

Το ΑΕΠ είναι το πιο σημαντικό μακροοικονομικό μέγεθος του Συστήματος Εθνικών Λογαριασμών. Είναι ο δείκτης που μας δίνει την συνολική αξία σε χρηματικές μονάδες των αγαθών και υπηρεσιών που παράγει μία χώρα σε ένα έτος (υπάρχουν και τριμηνιαίοι υπολογισμοί). Συνεπώς είναι ο δείκτης οικονομικής ευημερίας ή της απόδοσης της οικονομίας. Αντικατοπτρίζει την λεγόμενη «πραγματική οικονομία» (σε αντιδιαστολή με την τοξική οικονομία του «ιδιωτικού» χρήματος των παραγώγων). Κατ επέκταση η οικονομική ανάπτυξη είναι η αύξηση του ΑΕΠ από τον έναν χρόνο στον επόμενο. Ως ύφεση νοείται αντίθετα η επιβράδυνση της αύξησης του ΑΕΠ (Recession) ή η συρρίκνωσή του (Depression = αρνητική ανάπτυξη).

1.1 Τρόπος υπολογισμού του ΑΕΠ

Ανάλογα με το αν η προσέγγιση που χρησιμοποιείται είναι η μέθοδος παραγωγής ή της δαπάνης προκύπτουν για τον υπολογισμό του διαφορετικές εκφράσεις. Το ΑΕΠ συνεπώς μετρά δύο πράγματα συγχρόνως: Το συνολικό εισόδημα όλων των ατόμων μιας εθνικής οικονομίας και την συνολική δαπάνη για αγαθά και υπηρεσίες. Αυτά τα δύο μεγέθη είναι στην ουσία ίσα, γιατί κάθε συναλλαγή προϋποθέτει δύο μέρη, έναν αγοραστή κι έναν πωλητή. 

Όπως θα δούμε λοιπόν παρακάτω στο παράδειγμα της ελληνικής οικονομίας το ΑΕΠ μετράται με τρεις τρόπους, το σύνολο των οποίων είναι εννοιολογικά ταυτόσημο. Δεν θέλουμε να κάνουμε κάποιο μάθημα μακροοικονομίας, αλλά καλό είναι να δούμε από ποιους παράγοντες επηρεάζεται άμεσα. 

Το ΑΕΠ λοιπόν είναι ίσο:
α) με το ποσόν της προστιθέμενης αξίας σε κάθε στάδιο της παραγωγής (ενδιάμεσα στάδια) 
β) με το σύνολο των δαπανών για αγαθά και υπηρεσίες
γ) με το άθροισμα του εισοδήματος που δημιουργείται από την παραγωγή στην εθνική οικονομία.

1.2 Η εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ σήμερα

Αυτό είναι το ελληνικό ΑΕΠ στην πρόσφατη εξέλιξή του στις τρεις μορφές υπολογισμού του:

1.2.1 Προσέγγιση Παραγωγής
Από την προσέγγιση της παραγωγής το ΑΕΠ διαμορφώνεται ως εξής: 

Την περασμένη χρονιά (2011) η συνολική αξία της εθνικής παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών ανήλθε σε 341 δις €. Από αυτά αφαιρείται η ενδιάμεση ανάλωση. Αυτή δίνει το ύψος των συναλλαγών σε χρηματικές μονάδες μεταξύ των διαφόρων τομέων της οικονομίας (πρωτογενούς, δευτερογενούς, τριτογενούς). Αυτοί οι τομείς αγοράζουν και πωλούν αγαθά και υπηρεσίες μεταξύ τους που δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη στον υπολογισμό του ΑΕΠ, διότι αυτό περιλαμβάνει μόνο τελικά αγαθά και υπηρεσίες. Η αξία των ενδιάμεσων αγαθών περιλαμβάνεται όμως στις τιμές των τελικών αγαθών και υπηρεσιών. Αν αυτά υπολογίζονταν τότε θα είχαμε διπλό και τριπλό υπολογισμό για τα ίδια προϊόντα. 

Στον πίνακα φαίνονται τα στάδια της παραγωγής και η συμβολή των κλάδων της οικονομίας στο ΑΕΠ. Με την πρόσθεση των φόρων και αφαίρεση των επιδοτήσεων επί των προϊόντων προκύπτει το ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές ίσο με 215 δις €.

1.2.2 Προσέγγιση της δαπάνης

Στον πίνακα φαίνεται η συνολική δαπάνη στην εθνική οικονομία και η ιδιωτική δαπάνη των νοικοκυριών (ενοίκια, τρόφιμα, εισιτήρια κινηματογράφου κτλ. δεν προσμετρούνται οι δαπάνες για νέες κατοικίες που θεωρούνται επενδύσεις). Στις δαπάνες της κυβέρνησης ανήκουν τα έξοδα για μισθούς, για την υγεία, παιδεία κτλ. Δεν υπολογίζονται η κοινωνική ασφάλιση και τα επιδόματα ανεργίας. Αυτά είναι μεταβιβαστικές πληρωμές. Δεν πληρώνονται για αγαθά και υπηρεσίες που έχουν παραχθεί στο έτος, αλλά σε προηγούμενες περιόδους. Δεν αντανακλούν δηλαδή την πρόσφατη παραγωγή της οικονομίας). 

Ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου είναι οι επενδύσεις και «ακαθάριστος» σημαίνει, ότι οι αποσβέσεις του μετοχικού κεφαλαίου δεν αφαιρούνται από το ΑΕΠ. Οι επενδύσεις είναι ιδιωτικές (ανακαίνιση ενός κινηματογράφου) ή δημόσιες (χτίσιμο μιας γέφυρας στο οδικό δίκτυο) .

1.2.3 Προσέγγιση εισοδήματος

Βλέπουμε πως διαμορφώνεται και πάλι το ΑΕΠ από την πλευρά των εισοδημάτων.

1.2.4 Οι συνιστώσες του ΑΕΠ

1.2.4.1 Η εγχώρια ζήτηση είναι συνάρτηση της ιδιωτικής, δημόσιας κατανάλωσης και επενδύσεων. Στο παρακάτω γράφημα φαίνεται η αρνητική εξέλιξη μετά το έτος της κρίσης 2008. Η εγχώρια ζήτηση παίρνει μετά το 2009 μία αρνητική πορεία ως συνάρτηση της μείωσης των εισοδημάτων, της αύξησης της ανεργίας και της δύσκολης πρόσβασης στην τραπεζική χρηματοδότηση για τον ιδιωτικό τομέα. Βλέπει κανείς τους παράλληλους δρόμους μεταξύ των δύο μεγεθών 

1.2.4.2 Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία έχει ανοδική πορεία μέχρι το έτος της κρίσης του 2008. Φαίνεται ο προεξάρχοντας ρόλος του κλάδου των υπηρεσιών στην ελληνική οικονομία (με θαλασσί χρώμα). 

1.2.4.3 Η εγχώρια ζήτηση είναι συνάρτηση της δημόσιας και ιδιωτικής κατανάλωσης και των επενδύσεων. Αυτό που δημιουργεί μεγάλη εντύπωση είναι ο ρυθμός μείωσης των επενδύσεων (ιδιωτικών και δημόσιων) μετά το 2008.

1.2.5 Πραγματικό και ονομαστικό ΑΕΠ
Στην παρακάτω διαφάνεια παρατίθεται το ονομαστικό και πραγματικό ΑΕΠ και οι προβλέψεις για το 2012.

Για να διαβάσουμε τον παραπάνω πίνακα θα πρέπει να γίνει ίσως πρώτα ένας διαχωρισμός μεταξύ πραγματικού και ονομαστικού ΑΕΠ. Το πραγματικό ΑΕΠ υπολογίζεται σε σταθερές τιμές ενός έτους βάσης (στο παράδειγμά μας 2005), έτσι ώστε να μην αλλοιώνεται το αποτέλεσμα του υπολογισμού του από την αύξηση των τιμών αγαθών και υπηρεσιών (πληθωρισμός). Το ΑΕΠ μπορεί να αυξάνει όχι μόνο επειδή παράγονται περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες, αλλά και επειδή αυξάνεται η τιμή τους. Για να μπορεί να γίνει μία πιο αντικειμενική σύγκριση της πραγματικής παραγόμενης αξίας αγαθών και υπηρεσιών σε διαφορετικά έτη, επιλέγεται το πραγματικό ΑΕΠ που αφαιρεί τον πληθωρισμό τιμών. 

Το ονομαστικό ΑΕΠ είναι αποτέλεσμα υπολογισμού σε τρέχουσες τιμές και δεν αντανακλά (όπως το πραγματικό ΑΕΠ) τις πραγματικές μεταβολές των παραγόμενων ποσοτήτων. Ίσως γι αυτό οι οικονομολόγοι επιλέγουν να μιλούν πιο συχνά για πραγματικό ΑΕΠ ως πιο αντικειμενικό δείκτη υπολογισμού.
Έτσι ενώ το ονομαστικό ΑΕΠ για το έτος 2011 είναι 215 δις €, το πραγματικό ΑΕΠ περιορίζεται σε 182 δις €. 

Στο δεξί μέρος του πίνακα παρατίθενται ορισμένες προβλέψεις για το 2012 που δεν έχει «κλείσει» ακόμα. Φαίνεται η συνέχιση του αρνητικού ρυθμού ανάπτυξης για πέμπτη συνεχή χρονιά, πράγμα που έχει να βιώσει η Ελλάδα από την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Έτσι το ονομαστικό ΑΕΠ θα συρρικνωθεί στα επίπεδα κοντά στα 200 δις € για φέτος, ενώ το πραγματικό θα πέσει κάτω από τα επίπεδα του 2005! 

1.2.6 Ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. 

Οι ετήσιες μεταβολές όγκου δίνουν τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Βλέπουμε πως η ελληνική οικονομία μπαίνει σε κατάσταση Recession μετά το 2006 και σε κατάσταση Depression μετά το 2008. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την μείωση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 28 δις € τα τελευταία 4 χρόνια. Αν σε αυτό συνυπολογιστεί η πρόβλεψη του 2012 τότε μιλάμε για μείωση του ΑΕΠ κατά 38 δις € μετά το 2007. 

Ο στόχος του πρώτου μνημονίου ήταν θετικός ρυθμός ανάπτυξης που δεν επετεύχθη. Ο αποπληθωριστής ΑΕΠ μετρά το επίπεδο τιμών στην οικονομία. Από το 2008 ξεκινά η μείωσή του και οδηγείται στο 2012 σε επίπεδα κοντά στο μηδέν.

1.3 Το κρίσιμο σημείο των αποταμιεύσεων και επενδύσεων

Παρακάτω παρατίθενται τα στοιχεία των αποταμιεύσεων και επενδύσεων στην ελληνική οικονομία και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Σε αυτό καταγράφεται η εισροή και εκροή κεφαλαίων (εισπράξεων και πληρωμών σε συνάλλαγμα) από και προς την χώρα. Η αποταμίευση παίζει σε μία εθνική οικονομία ιδιαίτερο ρόλο και αποτελεί βασικό προσδιοριστικό παράγοντα στην μεγέθυνση της οικονομίας. 

Ακαθάριστη αποταμίευση είναι το ποσό που δεν δαπανήθηκε για την κάλυψη μελλοντικών αναγκών. Είναι σημαντικότατος δείκτης, διότι ουσιαστικά μία αρνητική αποταμίευση αντικατοπτρίζει τις δανειακές ανάγκες, αλλά και μία θετική αποταμίευση δείχνει την δυνατότητα κάλυψης χρεών. 

α) Οι αποταμιεύσεις είναι συνάρτηση των επενδύσεων. Όταν αυτές πέφτουν, πέφτουν και οι επενδύσεις. (Αυτό συμβαίνει γιατί, οι αποταμιεύσεις καταλήγουν στις τράπεζες που τις χρησιμοποιούν ως ρευστό διαθέσιμο για παραγωγικές επενδύσεις = δάνεια). Όταν λοιπόν οι αποταμιεύσεις πέφτουν, τότε μία χώρα μπορεί να αντιμετωπίσει πρόβλημα ρευστότητας. Η έλλειψη ρευστότητας οδηγεί αντίστοιχα σε ανάγκες για δανεισμό. 
β) Οι αποταμιεύσεις είναι επίσης σημαντικές για την χρηματοδότηση του δημοσίου ελλείμματος και του χρέους. Όταν η αποταμίευση πέφτει, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αυξάνει. Αυτό έχει ως συνέπεια να υπάρχει μεγάλη εξάρτηση από ξένες εισροές κεφαλαίων για την χρηματοδότηση των αναγκών και του χρέους. 

Η μείωση της αποταμίευσης είναι συνάρτηση της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος εξαιτίας της αύξησης φορολογίας. Έτσι μεταφέρεται το πρόβλημα της αρνητικής αποταμίευσης του Δημοσίου (ελλείμματα) στον ιδιωτικό τομέα. 
Για να είναι σταθερή η ανάπτυξη της αποταμιευτικής ροπής μακροπρόθεσμα δεν αρκεί μόνο μία δημοσιονομική προσαρμογή αλλά και μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα. Μέρος του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών καλύπτεται από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της ΕΕ. Η συσσώρευση ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αυξάνει την χρεωστική καθαρή εξωτερική θέση της χώρας και εγείρει αμφιβολίες σχετικά με την δυνατότητά της να αντιμετωπίσει το κόστος του εξωτερικού χρέους. 

Υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και των πιστωτικών κινδύνων που συνδέονται με το εξωτερικό χρέος της χώρας. Η διατήρηση υψηλών ελλειμμάτων στις τρέχουσες συναλλαγές οδηγεί σε αύξηση του κόστους δανεισμού. 

Παρατηρούμε διαχρονικά ελλείμματα του δείκτη αυτού στην ελληνική οικονομία σε όλες τις περιόδους και βλέπουμε τις αντίστοιχες εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό για κάλυψη των εσωτερικών αναγκών.

1.4 Η εξέλιξη των μισθών στην Ελλάδα

Το επόμενο γράφημα δείχνει την εξέλιξη μισθών, παραγωγικότητας και κόστους εργασίας. 

Το μοναδιαίο κόστος εργασίας (θαλασσί γραμμή) μετρά το μέσο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Υπολογίζεται ως ποσοστό της αμοιβής επί του πραγματικού ΑΕΠ. 

Οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας αφορούν σε όλους τους κλάδους της οικονομικής δραστηριότητας. Αμοιβές και κόστος εργασίας πέφτουν σε παράλληλη σχέση μεταξύ τους με αρνητικούς ρυθμούς μετά το 2010. 
Η παραγωγικότητα ορίζεται ως ο λόγος των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων (εκροή, output) και των μέσων που δαπανήθηκαν για την επίτευξή τους (εισροή, input). Έτσι η παραγωγικότητα αυξάνει μετά το 2010. Αυτό όμως δεν είναι συνάρτηση της αύξησης του αριθμητή output, δηλαδή συνάρτηση της αύξησης της απόδοσης της εργασίας (παραγόμενα αγαθά και υπηρεσίες) αλλά της μείωσης του παρονομαστή input (κόστος εργασίας, μπλε γραμμή). 

1.5 Το ισοζύγιο της ελληνικής κυβέρνησης

Πιο αναλυτικά παρατίθενται παρακάτω τα έσοδα και οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης σε δις €

Παρατηρεί κανείς το έντονο άνοιγμα της ψαλίδας το 2009 και τα διαχρονικά ελλείμματα και εδώ σε όλες τις περιόδους. Ουσιαστικά αυτά τα ελλείμματα δίνουν το ύψος των δανειακών αναγκών του κράτους. Τα ελλείμματα παράγουν χρέος και ουσιαστικά είναι η πηγή της δημιουργίας του. Μπορεί να σκεφτεί κανείς το παράδειγμα ενός ποταμού (χρέος) και των παραποτάμων του που χύνονται σε αυτόν (ελλείμματα). 

Έτσι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης έκλεισε για το 2010 στα 24 δις € και για το 2011 στα 20 δις € που αντιστοιχεί σε 9,1% επί του ΑΕΠ. Τα ποσοστά αυτά βρίσκονται μακριά από τους αρχικούς στόχους του μνημονίου που ήταν 9,5% και 7,4 % για τα αντίστοιχα έτη. Αυτό οφείλεται κυρίως στη μη υλοποίηση αύξησης των εσόδων από φόρους και εισφορές. Η εισφοροδιαφυγή στην Ελλάδα αγγίζει τα 8 δις € ετησίως. Μόνο το ΙΚΑ χάνει 3,5 δις € κάθε χρόνο. Το μέσο ετήσιο ποσοστό παραοικονομίας στην Ελλάδα κυμαίνεται στο 30% του ΑΕΠ (Ίδρυμα μεσογειακών μελετών).

1.5.1 Η πλευρά των δπανών 

Από τα παραπάνω προκύπτει το γράφημα του συνόλου των δαπανών με επιμερισμό σε πρωτογενείς και δευτερογενείς (τόκοι) δαπάνες. Οι πρωτογενείς δαπάνες αυξήθηκαν μέσα σε μία δεκαετία κατά σχεδόν το διπλάσιο. 

1.5.2 Η πλευρά των εσόδων

Όσον αφορά στην πλευρά των εσόδων τώρα, στο παρακάτω γράφημα δίδεται η σχέση έμμεσων και άμεσων φόρων. Οι έμμεσοι φόροι αφορούν στα προϊόντα (π.χ. ΦΠΑ) ενώ οι άμεσοι στα εισοδήματα (π.χ. φόρος εισοδήματος). Έτσι οι έμμεσοι φόροι πλήττουν όλους, ανεξαρτήτως εισοδημάτων. Οι άμεσοι φόροι θεωρούνται συνεπώς ως κοινωνικά πιο δίκαιοι. Αυτό που διαπιστώνει κανείς είναι η κυριαρχία των έμμεσων φόρων (σκούρο μπλε) επί των άμεσων φόρων (ανοιχτό μπλε) πράγμα που υποδηλώνει την αδυναμία της κυβέρνησης να φορολογήσει τα εισοδήματα και την ανάγκη εκσυγχρονισμού του φορολογικού συστήματος στην Ελλάδα. 

1.6 Το χρέος της γενικής κυβέρνησης

Το χρέος διαμορφώνεται το 2011 στα 356 δις €. Από αυτά 136 δις € είναι κεφάλαια των δανειστών και 220δις € τόκοι. Δεν επετεύχθη ο στόχος του πρώτου μνημονίου για τον χρόνο αποπληρωμής των 110 δις €. Δεν επετεύχθη ο στόχος για επιστροφή της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές μέσα στο 2012. 

Γίνεται εμφανές το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ πραγματικού ΑΕΠ και χρέους. Το ΑΕΠ όμως είναι η δεξαμενή από την οποία θα έπρεπε να χρηματοδοτηθεί το χρέος. Βιωσιμότητα του χρέους θα έπρεπε να σημαίνει σύγκλιση των δύο συναρτήσεων. Βέβαια υπάρχει η πρόβλεψη για μείωση του χρέους ως προς το ΑΕΠ στο 120% (η πρόβλεψη έχει αναθεωρηθεί στο 127% επί του ΑΕΠ). Έστω κι έτσι αυτό το ποσοστό είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από το αντίστοιχο του έτους 2008, όταν και πτωχεύσαμε. 

1.6.1 Το ληξιάριο του χρέους

Αυτό είναι το ληξιάριο του ελληνικού χρέους, δηλαδή το υπόλοιπο του ανεξόφλητου χρέους μέχρι το 2057. Συνειδητοποιεί κανείς την «αιμορραγία» της Ελλάδας από τις εκροές κεφαλαίων τα επόμενα χρόνια. 

Παρατηρείται, ότι ο μεγάλος όγκος εξόφλησης του δημόσιου χρέους βρίσκεται στις περιόδους 2012-2015 και 2012-2032. Αίσθηση προκαλεί η αύξηση του τοκοχρεολυσίου από το έτος 2013 στο έτος 2014. Μιλάμε για σχεδόν διπλασιασμό. Έτσι εξηγείται και το γεγονός, ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης δεν μειώνεται αισθητά παρά τις τεράστιες περικοπές δαπανών (μειώσεις μισθών, συντάξεων κτλ). Έτσι έχει ανοίξει η συζήτηση τη λεγόμενης επιμήκυνσης της αποπληρωμής του χρέους, δηλαδή της χρονικής αναβολής της αποπληρωμής. Αυτό επί μακρόν δεν μπορεί να αποτελεί λύση, γιατί ουσιαστικά μεταθέτει το πρόβλημα στο μέλλον. Δίνει βραχυπρόθεσμα μία ανάσα στην ελληνική οικονομία, όμως συσσωρεύει χρέος μακροπρόθεσμα. 

1.7 Η ανεργία

Τα στοιχεία της ελληνικής ανεργίας διαμορφώνονται ως εξής:

Παρατηρεί κανείς την ραγδαία αύξηση της ανεργίας μετά το 2007 που μεταφράζεται σε 714 χιλ περισσότερους ανέργους μέσα σε μία πενταετία. Η πρόβλεψη για το 2012 είναι στο 24,4%. 

1.7.1 Οι άνεργοι ανά ηλικιακή ομάδα και φύλλο

Έχει ίσως ενδιαφέρον να δούμε, πως επιμερίζονται οι άνεργοι ανά ηλικιακή ομάδα και ποιες ηλικίες είναι πιο ευάλωτες στην ανεργία:

1.7.2 Οι άνεργοι ανά εκπαιδευτική επίτευξη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το παρακάτω γράφημα που αφορά στην εκπαιδευτική επίτευξη και πως το επίπεδο εκπαίδευσης μπορεί να επηρεάζει την ανεργία. 

1.8 Το εμπορικό ισοζύγιο

Στο γράφημα βλέπει κανείς (με πορτοκαλί) το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας. Διαχρονικά ελλειμματικό και αυτό σε όλες τις περιόδους. Παρατηρεί κανείς την μείωσή του τα τελευταία χρόνια. Όμως αυτό δεν είναι τόσο αποτέλεσμα της αύξησης των εξαγωγών (με θαλασσί χρώμα), όσο αποτέλεσμα της μείωσης των εισαγωγών μετά το 2008 (με σκούρο μπλε χρώμα), πράγμα που εξηγείται από την μείωση των εισοδημάτων στην Ελλάδα. 

2. Το στοίχημα της ανάπτυξης. 

Όπως είδαμε και παραπάνω, η πραγματική οικονομία, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτό που ονομάζουμε ανάπτυξη. Ανάπτυξη και ΑΕΠ είναι δίδυμα αδερφάκια, διότι ουσιαστικά το ένα δίνει την εξέλιξη του άλλου. Ποιο είναι το πρόβλημα? Το είδαμε παραπάνω. Διαχρονικά και μόνιμα ελλείμματα σε όλους τους δείκτες της ελληνικής οικονομίας. Στην Ελλάδα είχαμε διαχρονικά από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μία μονομερή προσέγγιση στην ανάλυση του ελληνικού προβλήματος. Δηλαδή την δημοσιονομική προσαρμογή και όχι την δημιουργία ενός μακροχρόνιου μοντέλου βιώσιμης ανάπτυξης. 

2.1 Το πρόβλημα του ελληνικού αναπτυξιακού μοντέλου

Ποιο είναι το φαινόμενο του αναπτυξιακού μοντέλου στην Ελλάδα μέχρι σήμερα: Απλή αντιγραφή ξένων αναπτυξιακών μοντέλων, όπου δεν λαμβάνονται υπόψη τα δυνητικά πλεονεκτήματα και οι ιδιαιτερότητες της Ελλάδας.

Αυτό έχει ως συνέπεια την παθητική αντίδραση στο πρόβλημα. 
Αυτή επιβάλει την καταπολέμηση του προβλήματος εκ των υστέρων εφόσον αυτό εμφανιστεί με συνεχείς δημοσιονομικές προσαρμογές. 

Δημοσιονομική προσαρμογή - Λογιστική αντιμετώπιση 
Ειδικά τα τελευταία 30 χρόνια η Ελλάδα βρίσκεται σε κάποιας μορφής σταθεροποιητικό πρόγραμμα. 

Σε αυτά τα προγράμματα αντιμετωπίζεται το αποτέλεσμα, όχι τα αίτια και 
πάντα με μείωση μισθών. Το πρόβλημα δημοσιονομικής σταθερότητας είναι
μόνιμο και επικεντρώνεται σε παράγοντες που το αναπαράγουν. 

Το αποτέλεσμα είναι η συνεχής επανάληψη κρίσεων, πράγμα που δείχνει την
αναποτελεσματικότητα των δημοσιονομικών προγραμμάτων.

2.1.1 Ανάπτυξη και Μεγέθυνση

Αναπτυξιακά μοντέλα είναι μακροχρόνιες στρατηγικές ανάπτυξης με συστηματική ιεράρχηση και συνοχή στόχων και μέσων. Εδώ ίσως θα πρέπει να γίνει ένας διαχωρισμός μεταξύ μεγέθυνσης και ανάπτυξης της οικονομίας.

Μεγέθυνση: Ποσοτική μεταβολή οικονομικών δεικτών 
- ΑΕΠ
- Ελλείμματα
- Απασχόληση
- Επενδύσεις – Αποταμιεύσεις

Ανάπτυξη: Ποιοτική μεταβολή της κοινωνικής και ανθρώπινης ευημερίας
- Επίπεδο διαβίωσης, ποιότητα ζωής
- Συνθήκες απασχόλησης
- Υγεία, παιδεία, υποδομές
- Περιβάλλον 

Οφείλουμε όμως να παραδεχτούμε, ότι υπάρχει σχέση αιτιότητας μεταξύ των δύο εννοιών. Η ανάπτυξη προϋποθέτει την μεγέθυνση. Δεν μπορείς π.χ. να έχεις ένα σύγχρονο σύστημα υγείας, όταν έχεις ελλείμματα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η μία κινείται αμφίδρομα σχετικά με την άλλη (μεγέθυνση και καταστροφή περιβαλλοντικών πόρων). 

2.1.2 Το effect των δημοσιονομικών προσαρμογών

Το ελληνικό πρόβλημα είναι διαχρονικό και υπάρχει από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις (κρίσεις χρέους 1830-1846, 1893, 1932-1950, 2010) επιβεβαιώνουν ότι οι αιτίες που οδηγούν σε αυτές παραμένουν αμετάβλητες. 

Όλες οι συζητήσεις γύρω από την κατάσταση της Ελλάδος εξαντλούνται στο δημοσιονομικό πρόβλημα (η λογιστική προσέγγιση εσόδων και εξόδων στον κρατικό προϋπολογισμό). Όμως κοιτάμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Η δημοσιονομική κατάσταση της Ελλάδος είναι το αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής, όχι όμως η αιτία του ελληνικού προβλήματος. Η έντονα περιοριστική δημοσιονομική πολιτική αντιδρά στο πρόβλημα, όταν αυτό εμφανίζεται, αλλά δεν δρα ενεργητικά πριν συμβεί αυτό. 

Χαρακτηριστική είναι η κουβέντα του καθηγητή Reinhart του πανεπιστημίου του Maryland σχετικά με την προβληματική της ελληνικής οικονομίας: «Η Ελλάδα από την ανεξαρτησία της το 1830 βρίσκεται σε κατάσταση πτώχευσης τους 6 μήνες του κάθε χρόνου. Σας λέει κάτι αυτό;»

Το ελληνικό πρόβλημα συνιστάται σε δύο βασικές λανθασμένες στρατηγικές επιλογές: 
1. Η εμμονή στην δημοσιονομική πολιτική με βάση την οποία γίνεται λογιστική προσέγγιση του προβλήματος. Εφόσον η Ελλάδα δεν καταφέρει να σχεδιάσει ένα βιώσιμο πρόγραμμα ανάπτυξης, μοιραία θα αναπαράγει παρόμοιες κρίσεις στο μέλλον και θα τις μεταθέτει απλώς στο αύριο. 
2. Κι ενώ η λογιστική αντίληψη επικρατεί της οικονομικής, η Ελλάδα ακολουθεί παθητικά ξένα μοντέλα ανάπτυξης που δεν λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητές και τα δυνητικά της πλεονεκτήματα, στοιχηματίζοντας σε νέες πηγές εσόδων και ενδογενείς δυνάμεις εκμετάλλευσης του πλούτου της.

2.2 Τα δυνητικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας. 

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας που θα έπρεπε να είναι αναπόσπαστο μέρος ενός αναπτυξιακού στρατηγικού σχεδιασμού είναι:

2.3 Συστατικά ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης:

2.3.1 Η βιωσιμότητα

Βιωσιμότητα είναι η στοχοθέτηση στο μέλλον, και η διαρκής και διαχρονική αξιολόγηση της ανθρώπινης, επιχειρηματικής και οικονομικής δραστηριότητας με βραχύ, μέσο και μακρύ ορίζοντα. Προϋποθέτει την διαχρονική δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών και την ικανοποίηση των σημερινών αναγκών, χωρίς έκπτωση στις δυνατότητες των μελλοντικών γενεών. Καμία γενιά δεν οφείλει να θυσιαστεί υπέρ μιας άλλης. Ούτε η σημερινή για την αυριανή, ούτε και η αυριανή για την σημερινή. 

Η Βιωσιμότητα χρέους αποκλείει την μεταφορά της εξυπηρέτησης χρέους στις επόμενες γενεές και η Οικονομία πλεονασμάτων σημαίνει αύξηση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας.

Η παραγωγικότητα για να είναι βιώσιμη δεν μπορεί να στηρίζεται επί μακρόν μόνο στην μείωση του κόστους εργασίας, όπως είδαμε παραπάνω, αλλά στην αύξηση της απόδοσης της εργασίας, κυρίως καινοτομίας και στη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, που θα αποκτήσουν παγκόσμια αναγνωρισμένο brand name, σε τέτοιο βαθμό που να προσδίδει συγκριτικό.

Η προστασία οικοσυστημάτων προϋποθέτει μία ολιστική αντίληψη που βλέπει τον άνθρωπο στη σχέση του με το περιβάλλον, από το οποίο αντλεί φυσικούς πόρους και δημιουργεί εισοδήματα, τόσο από την παραγωγή της τροφής του, της εκμετάλλευσης πρώτων υλών, όσο και από την διατήρηση θέσεων εργασίας από τον τουρισμό και την προστασία του φυσικού κάλους. 

Η σημασία της εκπαίδευσης. Το επίπεδο εκπαίδευσης είναι ένας σημαντικός δείκτης που ενσωματώνει την παραγωγικότητα εργασίας. Μολονότι η Ελλάδα έχει υψηλά ποσοστά δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, έχει συγκριτικά και κυρίως σε σχέση με τις βόρειες χώρες χαμηλά ποσοστά αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. 

Παρατηρείται μία σχέση μεταξύ του κατά κεφαλήν εισοδήματος και τις επιδόσεις των μαθητών. Παρότι δεν μπορεί να αποδειχτεί άμεση αιτιότητα, δημιουργούνται ωστόσο υποψίες για την ύπαρξή της (Πετράκης). Επίσης υπάρχει άμεση σχέση αιτιότητας μεταξύ ποσοστού απασχόλησης και εκπαιδευτικών προσόντων.

Ενδεικτικά θα μπορούσαν να αναφερθούν: 
Διασύνδεση επιστημονικής έρευνας και παραγωγής και προσανατολισμός ειδίκευσης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς και διασύνδεση της εκπαίδευσης με την νεανική επιχειρηματικότητα. 

Μηχανισμοί έγκαιρης προειδοποίησης. Είναι χαρακτηριστικό να αναφέρουμε, ότι σε καμία έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος δεν προβλήθηκε κάποια οικονομική κρίση ή πτώχευση. 

Εκσυγχρονισμός του Συστήματος Εθνικών Λογαριασμών. Η βιώσιμη ανάπτυξη απαιτεί ένα νέο σύστημα υπολογισμού οικονομικού μεγεθών, διαφορετικό από το σημερινό σύστημα εθνικών λογαριασμών που μετρά ποσοτικά μεγέθη κι εφόσον αυτά εμφανιστούν. Η πρόκληση αφορά κυρίως στην μέτρηση ποιοτικών χαρακτηριστικών με νέους δείκτες ως μεταβλητές κοινωνικών και οικονομικών κεφαλαίων (Μπαμπανάσης). Εφόσον επιθυμούμε την ποιοτική βελτίωση στις παραγωγικές διαδικασίες και αγαθά, οφείλουμε να βρούμε και τρόπους μέτρησής της. 

Η σημασία της ΑΟΖ για το περιβάλλον και η αναγκαιότητά της (πέραν της αξίας του υποθαλάσσιου πλούτου) προ του κινδύνου υπεραλίευσης περιορισμένου χώρου.

2.3.2 Η οικονομική Μεγέθυνση

Μετασχηματισμός από οικονομία της κατανάλωσης σε οικονομία της παραγωγής. (Προσοχή: Είδαμε παραπάνω την παραλληλότητα της σχέσης της εγχώριας ζήτησης και του ΑΕΠ. Όποιος παραμελεί την πλευρά της ζήτησης προς όφελος της προσφοράς, τον τιμωρεί η ιστορία. Ειδικά σε περιόδους κρίσεων κρίνεται ως απαραίτητη η τόνωση της ζήτησης μέσα από ένα άρτια σχεδιασμένο σύστημα δημοσίων δαπανών). Για να μην δημιουργηθεί κάποια παρερμηνεία, το μεγάλο στοίχημα που νοείται εδώ είναι η ριζική αντιστροφή στην φιλοσοφία του οικονομικού σχεδιασμού χωρίς να θυσιαστεί η σημερινή γενιά (η «εύκολη λύση») μέσα από ένα μοντέλο ανάπτυξης ριζικά διαφορετικό από το σημερινό. Από την οικονομία εισαγωγών στην οικονομία εξαγωγών και εξασφάλιση της αυτάρκειας βασικών καταναλωτικών αγαθών. Υπάρχουν τεράστια περιθώρια εκμετάλλευσης αγροτικών, βιομηχανικών και τουριστικών αγαθών. Αυτά οφείλουν να εξαντληθούν μέσα από έναν στρατηγικό σχεδιασμό αύξησης της προστιθέμενης αξίας τους. Αλλαγή στρατηγικής με στόχο την εξωστρέφεια. Παραγωγή καινοτομικών προϊόντων υψηλής τεχνολογίας εφάμιλλα των αναπτυγμένων χωρών. 

Η οικονομική μεγέθυνση δεν είναι μόνο η βελτίωση ποσοτικών δεικτών, αλλά κυρίως η βελτίωση ποιοτικών χαρακτηριστικών που θα οδηγήσει σε αύξηση ανταγωνιστικότητας και ανάδειξη της Ελλάδας ως παγκόσμιου brand name στους κύριους τομείς της οικονομίας της: Τουρισμό, μεταποίηση και βιομηχανία (ειδικά βιομηχανία τροφίμων), ενέργεια, έρευνα, γεωργία και κτηνοτροφία, εκμετάλλευση ορυκτού και υποθαλάσσιου πλούτου.

Για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει να εξαντληθούν οι δυνατότητες σε όλα αυτά τα στοιχεία που συνιστούν ποιοτικές μεταβλητές, όπως καινοτομία, έρευνα και τεχνολογία, σύγχρονες μορφές παραγωγής και μεταποίησης, υψηλή εκπαιδευτική κατάρτιση, πάταξη της διαφθοράς και αδιαφάνειας, υγιές και αξιοκρατικό σύστημα χρηματοδότησης.

Οφείλει να υπάρξει στροφή στην εκμετάλλευση δυνητικών πλεονεκτημάτων της Ελλάδας. Διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, νέες πλουτοπαραγωγικές πηγές, σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις προοπτικές των δυνητικών κλάδων της οικονομίας:

Ενέργεια και Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας 
Αύξηση της ζήτησης σε προϊόντα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην δυτική Ευρώπη. Αυξημένη ζήτηση κυρίως από την Γερμανία λόγω της μεταστροφής της και πλήρους απαγκίστρωσης της από την πυρηνική ενέργεια μέχρι το 2020. Προβλέψεις για 60.000 νέες θέσεις εργασίας. 

Ορυκτός και υποθαλάσσιος πλούτος (ΑΟΖ)

Υπολογίζονται τεράστια αποθέματα φυσικού αερίου, η αύξηση της ζήτησης του οποίου θα κινηθεί κατακόρυφα. Σήμερα οι χώρες τις ΕΕ-27 στηρίζονται κατά 25% στο φυσικό αέριο. Η εκμετάλλευση αυτού του πλούτου είναι εξαιρετικής σημασίας για την ανάπτυξη της οικονομίας. 

Ανάπτυξη τομέα κατασκευών- υποδομών σε δίκτυα, λιμάνια, υπερπόντιες θαλάσσιες μεταφορές. Το πλεονέκτημα της εγγύτητας στην Ευρώπη και απεξάρτηση της από τις ασιατικές αγορές. Μόνο η δυνατότητα υγροποίησης φυσικού αερίου μπορεί να δημιουργήσει 100.000 νέες θέσεις εργασίας. 
Γεωργία - Πολυλειτουργικό μοντέλο. Θεώρηση της γεωργίας στο ευρύτερο πλαίσιο των ρόλων που επιτελεί (οικονομικών, κοινωνικών, περιβαλλοντικών, και κυρίως αναπτυξιακών) και της ενσωμάτωσης της γεωργίας στο σύνολο των παραγωγικών δραστηριοτήτων και επανασύνδεσή της με την δυναμική της τοπικής κοινωνίας. Από την γεωργική οικονομία στη βιομηχανία τροφίμων.

Αύξηση της διακλαδικότητας αγροτικών προϊόντων, που σημαίνει ενσωματωμένη χρήση προϊόντων του κλάδου σε άλλους κλάδους της οικονομίας. Διασύνδεση με τους άλλους τομείς της οικονομίας και εκτεταμένη τροφοδοσία πρώτων υλών και ενδιάμεσων προϊόντων. Εδώ υπάρχουν τεράστια κενά και περιθώρια διαρθρωτικής βελτίωσης. 

Τουρισμός 

Ένα κεφάλαιο από μόνο του επίσης. Τεράστια περιθώρια βελτίωσης, τόσο ποιοτικής, όσο και ποσοτικής. Έχουν καταγραφεί τα κενά και τα περιθώρια βελτιώσεων και προοπτικών. Νέες μορφές τουρισμού (ιατρικός, θρησκευτικός κτλ., διεύρυνση παραθεριστικής περιόδου κτλ. Θα έχουμε την ευκαιρία να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι και εδώ.

2.3.3 Η κοινωνική συνοχή

Η κοινωνική συνοχή σημαίνει άμβλυνση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, προσβασιμότητα στην κοινωνία της πληροφορίας και γνώσης, την συλλογικότητα κοινών δράσεων, ευκαιρίες που δημιουργούνται από την διαμόρφωση νέων σχέσεων. Η κοινωνική συνοχή τρέχει παράλληλα με την αύξηση της απασχόλησης και τις ίσες ευκαιρίες με πολιτική αναδιανομής του πλούτου. Η υποβάθμιση της αξίας ατομικών επιτευγμάτων και η γενικευμένη απαισιοδοξία υποβαθμίζουν τον προσανατολισμό στο μέλλον. Κυριαρχία της αντίληψης «ό,τι αρπάξουμε τώρα».

Οι λόγοι για την αναγκαιότητα αναδιανομής του πλούτου:
Η οικονομική ανάπτυξη. Δεν μπορεί να επιτευχθεί αυτή σε συνθήκες ευρείας φτώχειας, χαμηλής ζήτησης και με υψηλά ποσοστά οικονομικά ανενεργού πληθυσμού.

Η αποκατάσταση της μεσαίας τάξης που έχει συρρικνωθεί και τείνει να εξαφανιστεί. Η αύξηση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Η λογική της «όμορφης μακροοικονομίας» που ευημερούν οι δημοσιονομικοί αριθμοί σε βάρος των πολιτών είναι εχθρική και προς την παραγωγικότητα και προς τον άνθρωπο.
Η κοινωνική δικαιοσύνη με βάση τις αρχές της «δίκαιης ανισότητας».
Ο τομέας της ενέργειας υπόσχεται τεράστια περιθώρια αύξησης της απασχόλησης μέσα από την δημιουργία νέων επαγγελμάτων, διεπιστημονικών κλάδων και μεταφορά τεχνογνωσίας ιδιαίτερα μέσα από τις κοινοπραξίες εκμετάλλευσης υποθαλάσσιου πλούτου. 

Κοινωνική συνοχή δεν μπορεί να υπάρξει δίχως ικανότητα μεταρρυθμίσεων και αναδιοργάνωση του φορολογικού, ασφαλιστικού και κυρίως του τραπεζικού συστήματος, που θα κάνει το κεφάλαιο για επενδύσεις προσβάσιμο σε κάθε πολίτη με καινοτόμες ιδέες και θα προωθεί και θα στηρίζει την επιχειρηματικότητα κυρίως μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς ανέργων και νέων ανθρώπων, που είναι ομάδες υψηλού ρίσκου για τις τράπεζες και είναι αποκλεισμένοι από αυτές (συζήτηση για την γένεση ενός Εθνικού Τραπεζικού Πυλώνα με δημιουργία αναπτυξιακών τραπεζών, βλ. KFW, Rentenbank).

Θέλω να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία να αναφερθώ εν συντομία και στις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες, μοντέλο που φαίνεται να προωθεί η κυβέρνηση. Αυτές είναι ξένες στην έννοια της κοινωνικής συνοχής και υποβαθμίζουν την περιφερειακή ανάπτυξη. Συνιστούν παίγνιο μηδενικού αθροίσματος μεταξύ περιοχών, που σημαίνει ότι το κέρδος για μία περιοχή (εντός των ζωνών) σημαίνει ταυτόχρονα το χάσιμο για μία άλλη (εκτός των ζωνών). 

Οι Ειδικές Οικονομικές Ζώνες μπορούν να προκαλέσουν οικονομικό χάσμα μεταξύ περιοχών της ίδιας χώρας, ανισότητες στην κατανομή του πλούτου, εσωτερική μετανάστευση και πληθυσμιακή αλλοίωση, αύξηση φαινομένων διαφθοράς, παραοικονομίας και μαύρης αγοράς και απαξίωση ολόκληρων γεωγραφικών περιοχών που βρίσκονται εκτός των «ζωνών», ακρίβεια και περιβαλλοντικό ρίσκο στις περιοχές εντός των «ζωνών», αύξηση της γραφειοκρατίας στην κεντρική και περιφερειακή διοίκηση, ανισομέρεια στο επίπεδο διαβίωσης, τιμών και μισθών, διαρθρωτική ανομοιογένεια της παραγωγής που θα καθιστά αναποτελεσματικό τον κεντρικό εθνικό σχεδιασμό της οικονομίας.

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε
Ανδρέας Τσιφτσιάν