Σαν την Πιετά του Μιχαήλ Άγγελου - της Ιωάννας Κολοβού

21.04.2015

Ο Μιχαήλ Άγγελος συνέθεσε στην καρδιά της Αναγέννησης την «Πιετά», ένα μαρμάρινο γλυπτό που τοποθετήθηκε στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό.  Πιετά στα ιταλικά σημαίνει Έλεος, το έργο όμως έχει τίτλο «Αποκαθήλωση». Το έργο όταν το βλέπεις νιώθεις την αδήριτη ανάγκη να το αγγίξεις, να το χαϊδέψεις. Πριν κάποιες δεκαετίες ένας πολίτης, ένιωσε την ανάγκη να σπάσει με σφυρί το πρόσωπο της Πιετά…Κακοποίησε αυτό το κλασικό  έργο Τέχνης, που όμως αποκαταστάθηκε γρήγορα. Και κανείς δεν θυμάται πια τον δράστη…
 
Από την Αναγέννηση πάμε τώρα χρονικά στη δική μας τη μετά-Διαφωτισμόν εποχή: 
 
Ακόμα δεν καταλάγιασε η θύελλα που ξέσπασε, με το που κυκλοφόρησε η είδηση ότι ο Σάκης Ρουβάς θα ερμηνεύσει το κλασικό ορατόριο του Μίκη Θεοδωράκη πάνω στο ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη «Άξιον Εστί» . Το αντίθετο μάλιστα. Εφημερίδες, blogs, δημοσιογράφοι, bloggers και απλοί πολίτες που εντρυφούν στα social mediaέχουν επιδοθεί σε ένα άνευ προηγουμένου λυσσαλέο πόλεμο εναντίον του Σάκη Ρουβά που τόλμησε να σκεφτεί έστω να ερμηνεύσει ένα τέτοιο έργο.
 
Όμως αυτή είναι η μοίρα των μεγάλων έργων, της μεγάλης τέχνης. Στην αρχή έχουν ονοματεπώνυμο,  και ανήκουν στον δημιουργό. Στο πέρασμα των χρόνων,(και ιδιαίτερα όταν αποπροσωποποιούνται), χάνουν το επώνυμο, κρατούν μόνο το όνομα και ανήκουν σε όλους, στο λαό. Είναι τα «κοινά τοις πάσι», όπως η θάλασσα κι ο αέρας που αναπνέουμε. Κι όταν επιχειρήσει  κάποιος να τα …βεβηλώσει, τότε ξεσηκώνεται το κοινό του λαού αίσθημα: είναι (και) δικό του το «Άξιον Εστί» δεν μπορεί κανείς να του το πάρει… Ιδιαίτερα όταν έχει βάσιμες υποψίες ότι θα κακοποιηθεί. Από ένα άτομο που εμπορεύεται το όποιο ταλέντο του ως καλλιτέχνη και μεταδίδει 25 χρόνια τώρα μια απαστράπτουσα  εικόνα που μεταλλάσσεται σε διάφορες μορφές ανάλογα με τις ανάγκες και τη μόδα της εποχής. Δεν παύει όμως να είναι πάντα μία εικόνα: δύο διαστάσεων. Τρίτη διάσταση δεν υπάρχει, πίσω από την εικόνα δεν υπάρχει τίποτα.
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο πρώτος που ερμήνευσε το έργο που πέρασε στα κύτταρά μας ως πολιτιστική κληρονομιά, παρ ότι σχετικά αγράμματος, είχε το ανάστημα να σηκώσει ένα τέτοιο έργο,  είχε αιώνες πολιτισμού πίσω του, κουβαλώντας τον καημό της Ρωμιοσύνης… Οι επόμενοι ήσσονες τραγουδιστές που το τραγούδησαν, είχαν υποβληθεί στη βάσανο της έρευνας. Το έψαξαν, το μελέτησαν, και το αντιμετώπισαν με δέος αλλά ταπεινά.
 
Κι ο δημιουργός δεν έχει άραγε λόγο; Τι θέση παίρνει σε όλα αυτά; Γιατί σε αυτόν ρίχτηκαν όλα τα βέλη: πως το επιτρέπει;
Πως δίνει τα άγια τοις κυσί; Μήπως δεν το  γνωρίζει καν; Λες και ήταν ποτέ δυνατόν ο Μίκης Θεοδωράκης  να μην το γνωρίζει και θα του το έκαναν έκπληξη όπως τις τούρτες των γενεθλίων, αφού η συναυλία γίνεται προς τιμήν του για τα 90άχρονά του!
Ο Μίκης Θεοδωράκης και βέβαια το γνωρίζει. Αλλά έχει μια βασική αρχή στη ζωή του: δεν απαγορεύει σε κανέναν τίποτα. Βασική αρχή, δημοκρατική, που του έχει γίνει βίωμα. Δεν έγραψε το έργο για να το κρατήσει εγωιστικά στο συρτάρι του και να το προωθεί επιλεκτικά σε μεγάλες αίθουσες συναυλιών τύπου Βιέννης.  Το έδωσε, το χάρισε στο λαό, το έγραψε για το λαό. Γνωρίζει πως  (ενδεχομένως) θα κακοποιηθεί (προσωπικά το έχω σίγουρο) δεν είναι όμως στη  κουλτούρα του Μίκη να πει: απαγορεύω να το τραγουδήσει ο Ρουβάς. Θεωρεί κάτι τέτοιο απλά αδιανόητο.  Έτσι γνωρίσαμε το Μίκη, από αυτά του τα χαρίσματα τον αγαπήσαμε, με αυτά μας έκανε έξαλλους ενίοτε… Όμως είναι αυτός! Και το «Άξιον Εστί» αντέχει  όπως όλα τα κλασικά έργα. Και στο χρόνο και στην κακοποίηση.